Τον είχα υποτιμήσει, το ομολογώ. Είχα ξεγελαστεί από το εκκεντρικό ντύσιμό του, τα μαλλιά αφάνα και τα τατουάζ του. Περίμενα ότι η συναυλία του θα ήταν περισσότερο σόου και λιγότερο ουσία – ότι η μουσική θα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Διαψεύστηκα. Εκείνο το βράδυ, πριν από μερικές εβδομάδες, στο κατάμεστο Royal Albert Hall του Λονδίνου, ο Άρα Μαλικιάν μάς αποκάλυψε όλες τις πλευρές του: την εντυπωσιακή δεξιοτεχνία και τεχνική του στο βιολί, το επικοινωνιακό του χάρισμα, αλλά και το απίστευτο χιούμορ του. Δεν ξέρω αν πράγματι χρειάστηκε επί δύο χρόνια να παίζει σε ένα νορβηγικό συγκρότημα μεταμφιεσμένος σε... κάστορα (για να μη φαίνεται η διαφορά του με τους υπόλοιπους, κατάξανθους μουσικούς), όπως μας είπε, ξέρω όμως ότι το κοινό ξεκαρδιζόταν στα γέλια σε κάθε ατάκα του.

Η ιστορία του ξεκινά από τον Λίβανο. Ή, για την ακρίβεια, από την Αρμενία. Εκεί, ο παππούς του, για να γλιτώσει από τους Τούρκους στη διάρκεια της Γενοκτονίας, προσποιήθηκε ότι είναι βιολιστής, μέλος ενός συγκροτήματος που περιόδευε. Έτσι κατάφερε να φύγει από τη χώρα. Στη Βηρυτό, όπου έκανε ένα νέο ξεκίνημα και έφτιαξε οικογένεια, θέλησε να μάθει ο γιος του βιολί – ως φόρο τιμής στο μουσικό όργανο που του είχε σώσει τη ζωή. Αντίστοιχα, ο πατέρας του Άρα Μαλικιάν φρόντισε αυτή η αλυσίδα να μη διαρραγεί. «Έτσι, από πολύ μικρός συνειδητοποίησα ότι η μουσική απαιτεί θυσίες. Ήδη από τα έξι μου έπρεπε να μένω κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να εξασκούμαι. Κλαίγοντας, πολλές φορές, γιατί ήθελα να βγω στον δρόμο και να παίξω με τα άλλα παιδιά», όπως μου είπε ο ίδιος.

Σχεδόν ταυτόχρονα με τη μύησή του στη μουσική, το 1975, ξέσπασε στην πατρίδα του ο εμφύλιος πόλεμος, που έμελλε να διαρκέσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. «Μάθαμε να ζούμε με τους βομβαρδισμούς. Βρίσκαμε καταφύγιο σε ένα γκαράζ μαζί με πολλούς γείτονές μας. Εκεί έδωσα την πρώτη μου συναυλία. Ίσως είναι υπερβολή να χρησιμοποιώ τη λέξη “συναυλία”, πάντως είναι γεγονός ότι εκεί έκανα το ντεμπούτο μου μπροστά σε κοινό, έπειτα από προτροπή του πατέρα μου. “Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι, αλλά εσύ, με τη μουσική σου, μπορείς να τους βοηθήσεις να πολεμήσουν τον φόβο”, μου είχε πει. Πράγματι, με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες, η διάθεση αυτών των ανθρώπων άρχισε να αλλάζει: χαμογελούσαν, κάποιοι τραγουδούσαν κιόλας. Τότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά τη δύναμη της μουσικής. Ήμουν δώδεκα ετών».

Ο Άρα Μαλικιάν δεν ξεχνάει το παρελθόν του, όσο τραυματικές κι αν ήταν οι εμπειρίες του στον Λίβανο. Δεν είναι τυχαίο ότι η φετινή περιοδεία του έχει τίτλο «Garage World Tour». Ο ίδιος και οι συνεργάτες του ταξιδεύουν σε περισσότερες από πενήντα χώρες, για τουλάχιστον 220 sold-out παραστάσεις σε εμβληματικές μουσικές σκηνές. Ανάμεσά τους και το Παλλάς, στην Αθήνα, την Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου.

 

 

Πρόσφυγας στη Γερμανία

Στα δεκαπέντε του κέρδισε μια υποτροφία για τη φημισμένη Hochschule für Musik und Theater Hannover. Έφυγε για τη Γερμανία, αφήνοντας πίσω στον Λίβανο τους γονείς και τις δύο αδελφές του. «Ουσιαστικά ήμουν πρόσφυγας, αλλά απέκτησα μέλλον – ως προοπτική, τουλάχιστον. Ήξερα βέβαια ότι τίποτα δεν θα μου χαριζόταν, ότι έπρεπε να εργαστώ σκληρά. Το βιολί ήταν από εκεί και πέρα ο μοναδικός τρόπος που είχα για να επιβιώνω, για να εξασφαλίζω τα προς το ζην – με τα χρόνια έγινε πια προέκταση του εαυτού μου...» Μετά το τέλος των σπουδών του, εργάστηκε για μερικά χρόνια στο Λονδίνο και πλέον ζει στη Μαδρίτη. 

Από την αρχή της καριέρας του τον συνοδεύει το παρατσούκλι «ο τρελός βιολιστής». «Ήταν αναμενόμενο. Ο κόσμος είχε μια διαφορετική εικόνα: ένας μουσικός που παίζει βιολί πρέπει να είναι σοβαρός, αγέλαστος, ντυμένος με συγκεκριμένο τρόπο. Εγώ ξέφευγα από αυτό το στερεότυπο», μου εξηγεί. 

Αγαπημένος του συνθέτης είναι ο Μπαχ. «Πάντα συγκινούμαι με τα έργα του. Μπορώ να τα ακούω όλη μέρα. Τα θεωρώ θεμέλιο της σύγχρονης μουσικής». Αν είχε τη δυνατότητα να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο και να τον συναντήσει, τι θα του έλεγε; «Μάλλον θα ήταν τέτοιο το δέος μου, που δεν θα μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Αν ωστόσο κατάφερνα να ανοίξω το στόμα μου, θα του έλεγα “ευχαριστώ” για όσα πρόσφερε στην ανθρωπότητα...»

Στις δικές του συναυλίες, πάντως, δίπλα στις μουσικές του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Βιβάλντι και στις δικές του συνθέσεις, θα ακούσει κανείς και David Bowie, Bjork, Radiohead ή Guns and Roses. Όπως και τη δική μας «Μισιρλού». «Γιατί όχι; Τα αγαπώ όλα. Η τέχνη δεν οφείλει να ακολουθεί κανόνες, είναι επικίνδυνοι για την καλλιτεχνική έκφραση. Ο Πικάσο δεν το είχε πει; “Μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας, ώστε να μπορείς να τους παραβαίνεις σαν ερασιτέχνης”». Ένας βιολιστής, δηλαδή, μπορεί να είναι και ροκάς; Είναι ο ίδιος... ο Τζίμι Χέντριξ του βιολιού; Γελάει. «Δεν υποδύομαι τον ροκά, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Πιστεύω, φυσικά, ότι το βιολί είναι και ροκ όργανο. Είναι κρίμα που το κοινό γνωρίζει κυρίως τις κλασικές “επιδόσεις” του», απαντά ο Άρα Μαλικιάν. 

Και εκτός μουσικής, τι του δίνει χαρά; «Η οικογένειά μου. Ο γιος μου, Κάιρο. Είναι τεσσάρων ετών». Θα ήθελε να τον δει κι αυτόν βιολιστή; «Φυσικά, απλώς προς το παρόν... μισεί το βιολί. Ίσως γιατί καταλαβαίνει ότι εξαιτίας του απουσιάζω τόσο πολύ από το σπίτι. Αλλά είμαι αισιόδοξος. Η μουσική, άλλωστε, είναι πια στο DNA μας...» ■

Info Άρα Μαλικιάν, «Garage World Tour», Θέατρο Παλλάς, Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου, προπώληση: www.viva.gr

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ