ΚΟΣΜΟΣ

Οταν ο άνθρωπος πάτησε στη Σελήνη

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ*

Το «μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα» που δεν ήθελε (σχεδόν) κανείς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Πριν από μισό αιώνα ακριβώς, τέτοιες ημέρες, πάνω από μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο έγιναν μάρτυρες ενός κατορθώματος που έως τότε το θεωρούσαν μάλλον αδύνατον: είδαν από τις οθόνες των τηλεοράσεων δύο συνανθρώπους τους να περπατούν χοροπηδώντας κωμικά στην επιφάνεια ενός άλλου ουράνιου κόσμου, της Σελήνης. Ηταν μόνον η αρχή: τα επόμενα τρία χρόνια, έως το 1972, με την υποστήριξη χιλιάδων επιστημόνων, μηχανικών και τεχνικών, συνολικά 21 αστροναύτες βρέθηκαν σε τροχιά γύρω από τον δορυφόρο της Γης, ενώ 12 από αυτούς, προφυλαγμένοι από το εχθρικό περιβάλλον, τις θανατηφόρες θερμοκρασίες και την παντελή έλλειψη οξυγόνου, περπάτησαν και εξερεύνησαν έξι διαφορετικές περιοχές της επιφάνειας της Σελήνης (μέχρι που... έπαιξαν και γκολφ).

Η «Κ» αφιερώνει το σημερινό της ένθετο στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός, με τις ευρύτερες πολιτισμικές του προεκτάσεις: από το πνεύμα του Ψυχρού Πολέμου της εποχής, το πνεύμα κατάκτησης (ή εξερεύνησης) έως τις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά και τις μουσικές και τα βιβλία που ενέπνευσε η «χλωμή» αδελφή της Γης στο διάβα των αιώνων.

Η. Μ.

Το 1901, σε μια Παναμερικανική Εκθεση Τεχνολογίας στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, ο επιχειρηματίας Φρέντερικ Τόμσον παρουσίασε ένα συναρπαστικό «παιχνίδι» με την ονομασία «Ταξίδι στο φεγγάρι». Οι συμμετέχοντες επιβιβάζονταν στο «διαστημόπλοιο» Luna («φεγγάρι» στα λατινικά και σχεδόν σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες) και ύστερα από ένα ταραχώδες «ταξίδι», αποβιβάζονταν στη «Σελήνη» (όπου αγόραζαν διαστημικά σουβενίρ) και επέστρεφαν στη Γη. Η ατραξιόν είχε τόσο μεγάλη επιτυχία, που, δύο χρόνια αργότερα, ο Τόμσον εγκαινίασε ένα τεράστιο πάρκο διασκέδασης στο Κόνι Αϊλαντ, το οποίο βάφτισε –σωστά μαντέψατε– Luna Park.

Το ταξίδι στη Σελήνη, λοιπόν, είναι πολύ παλιά ιστορία, ίσως παλαιότερη από κάθε άλλη επιθυμία εξερεύνησης, αφού η Σελήνη ήταν πάντα εκεί, ορατή κι ωστόσο ανέφικτη. Μια αιώνια γλυκιά φαντασίωση. Οταν όμως, τον Μάιο του 1961, ήρθε η ώρα να εξαγγελθεί στα σοβαρά ένα πρόγραμμα για την κατάκτησή της από τον άνθρωπο, η φαντασίωση μπήκε στη ζυγαριά της πραγματικότητας. Και ισορρόπησε μόλις και μετά βίας.

Ο Απρίλιος του 1961 ήταν εφιαλτικός για την Αμερική: στις 12 Απριλίου οι Σοβιετικοί έστειλαν τον Γκαγκάριν στο Διάστημα· στις 17 του μηνός, οι αμερικανικές δυνάμεις ταπεινώθηκαν στον Κόλπο των Χοίρων, στην Κούβα. Και λίγες ημέρες αργότερα, στις 25, ο αμερικανικός πύραυλος «Ατλας» πήρε λάθος τροχιά και ανατινάχθηκε αναγκαστικά λίγα δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευσή του. Τρεις ημέρες αργότερα, δεύτερη δοκιμή πυραύλου έληξε με τον ίδιο τρόπο. Η πίεση προς τον νεοεκλεγέντα Κένεντι να επιδείξει επιτυχείς πρωτοβουλίες, ικανές να ενισχύσουν το κύρος της Αμερικής, όπως υποσχόταν προεκλογικά, άρχιζε να εντείνεται. Ο νεαρός πρόεδρος ζήτησε από τον Τζόνσον εισηγήσεις: κάτι που οι Αμερικανοί θα κάνουν νωρίτερα και καλύτερα από τους Ρώσους. Λίγες ημέρες μετά, ο Τζόνσον επέστρεψε με την απάντηση: άνθρωπος στο φεγγάρι.

Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι ο στόχος που εξήγγειλε στις 25 Μαΐου του 1961 ο Κένεντι, να στείλει η Αμερική, πριν τελειώσει η δεκαετία του ’60, ανθρώπους στο φεγγάρι και να τους ξαναφέρει με ασφάλεια στη Γη, προκάλεσε στους περισσότερους Αμερικανούς, αν μη τι άλλο, αμηχανία. Σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης, η ιδέα συνάντησε αντιδράσεις τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Εκτός από τις προφανείς αμφιβολίες που προξενούσε το υπέρογκο κόστος (ο Κένεντι ζήτησε 25 δισ. δολάρια), αυτή η εντυπωσιακή επίδειξη ανωτερότητας του αμερικανικού πολιτισμού σε σύγκριση με τους Σοβιετικούς παραήταν συμβολική για τα γούστα τους.

Ο «αγώνας του Διαστήματος», το Space Race, ήταν ήδη από χρόνια σε πλήρη εξέλιξη· τα μάλλον φθηνά προσχήματα περί προαγωγής της ανθρώπινης γνώσης όσον αφορά το Διάστημα, το «από πού προερχόμαστε» και άλλα τέτοια φιλοσοφικά, ουδόλως συγκάλυπταν το αληθινό ζητούμενο: ποια από τις δύο υπερδυνάμεις θα υπερίσχυε της άλλης στη δύναμη των πυραύλων. Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η εμπειρία της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι είχαν δείξει σαφώς ότι το μέλλον της στρατιωτικής κυριαρχίας δεν βρισκόταν ούτε στις λάσπες των χαρακωμάτων ούτε στις χιονισμένες εκστρατείες. Βρισκόταν στον ουρανό. Και όσο ψηλότερα, τόσο καλύτερα.

Κατά συνέπεια, η ιδέα να πάει ένας Αμερικανός στο φεγγάρι αποτελούσε παράδοξη παρέκκλιση από τον βασικό στόχο, και ως τέτοια αντιμετωπίστηκε με τεράστια καχυποψία από τους υπέρμαχους της πάση θυσία στρατιωτικής υπεροχής, αφού σήμαινε παροχέτευση οικονομικών πόρων και ανθρώπινου δυναμικού σε ένα άνευ ουσίας παιχνίδι εντυπώσεων.

Και εν πάση περιπτώσει, αν είναι να πάμε στο φεγγάρι, υποστήριζαν βουλευτές όπως ο υπερσυντηρητικός Χάουαρντ Κάνον, ας πάμε να εγκαταστήσουμε εκεί όπλα για την άμυνά μας, κι όχι με ειρηνικούς σκοπούς και τέτοιες ανοησίες.

Ωστόσο, το «επιχείρημα» του αντιπροέδρου Λίντον Τζόνσον ότι «οι Αμερικανοί δεν σκοπεύουν να ζουν σε έναν κόσμο όπου θα πηγαίνουν για ύπνο υπό το φως μιας κομουνιστικής Σελήνης» προσέδωσε στο πρόγραμμα «Απόλλων» την επιπλέον πατριωτική χροιά που είχε ανάγκη. Κάθε αντίρρηση θεωρούνταν ορθά κοφτά αντιαμερικανική. Ετσι, οι εύλογες διαμαρτυρίες των φιλελεύθερων Δημοκρατικών, όπως του γερουσιαστή Φούλμπραϊτ, πως τα δισεκατομμύρια του προγράμματος θα απέδιδαν πολύ καλύτερα αν επενδύονταν σε σχολεία και νοσοκομεία και ότι κανένα έθνος δεν επέλεξε τη σοβιετική πλευρά χάρη στα διαστημικά επιτεύγματα της ΕΣΣΔ, έμειναν χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα.

Η δυσπιστία εντός Κονγκρέσου και Γερουσίας αντικατοπτριζόταν πλήρως και στην κοινή γνώμη. Πολλοί πιστεύουν ότι το πρόγραμμα «Απόλλων» ήταν δημοφιλές επειδή είχε συγκεντρώσει σε τέτοιο βαθμό την προσοχή των ΜΜΕ, οι σφυγμομετρήσεις όμως δεν συνηγορούν σε αυτό. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, με εξαίρεση τις ημέρες ακριβώς πριν και μετά την προσσελήνωση, οι Αμερικανοί πίστευαν σε ποσοστό 45%-60% ότι η κυβέρνηση δαπανά υπερβολικά μεγάλα ποσά για τη διαστημική ατζέντα της. Με άλλα λόγια, ο πολύς κόσμος δεν θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντική την εξερεύνηση του Διαστήματος.

Η αφροαμερικανική κοινότητα εξέφρασε με μεγαλύτερη ένταση τις ενστάσεις της για το πρόγραμμα «Απόλλων» και τα αστρονομικά κονδύλια του. Χαρακτηριστικό της φυλετικής μνησικακίας που υποδαύλισε ο στόχος της προσσελήνωσης ήταν η δήλωση του ηγέτη μιας χριστιανικής κοινότητας μαύρων που τον Ιανουάριο του 1971 έφθασε στο ακρωτήριο Κανάβεραλ για να διαμαρτυρηθεί για την εκτόξευση του «Απόλλων 14»: «Η Αμερική στέλνει στο φεγγάρι λευκά αγοράκια που δεν έχουν ιδέα τι θα πει δουλειά, γιατί το μόνο που κάνουν είναι να ψάχνουν σεληνιακές πέτρες. Αν υπήρχε πραγματική δουλειά εκεί πάνω, θα έστελναν κάνενα νέγρο να την κάνει».

Οι δημοσκοπήσεις

Ο χρόνος, τελικά, μοιάζει να δικαίωσε το παράδοξο εκείνο σχέδιο. Οσο απομακρυνόμαστε από το γεγονός, τόσο πιο δημοφιλές φαίνεται στις δημοσκοπήσεις που έγιναν το 1979 και το 1989: στην πρώτη περίπτωση, το ποσοστό που θεωρούσε ότι η προσσελήνωση άξιζε τον κόπο ήταν μόλις 47%· στη δεύτερη περίπτωση, το ποσοστό ήταν 77%.

Πενήντα χρόνια αργότερα, για τους ρομαντικούς των διαστημικών εξερευνήσεων, η αποστολή του «Απόλλων 11» παραμένει το κορυφαίο και το συγκινητικότερο επίτευγμα στην Ιστορία. Και τίποτα δεν είναι ικανό να κάμψει αυτή τη συγκίνηση – ούτε καν το γεγονός ότι η προσσελήνωση και ο πρώτος περίπατος στο φεγγάρι ήταν απότοκο του Ψυχρού

Πολέμου, ένα σχεδόν ανεπιθύμητο, σίγουρα αμφιλεγόμενο τέκνο του, ένα πολιτικο-τεχνολογικό παιχνίδι χειραγώγησης. Ευτυχώς, ακολουθώντας, θαρρείς, μια συνταγή «ιστορικού μελό», το ανεπιθύμητο αυτό «παιδί» έκοψε τον ομφάλιο λώρο των επιδιώξεων που το γέννησαν και σήμερα στέκει πια αυτόνομο και αυτόφωτο, ένα πραγματικά «μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα», όπως ακριβώς το περιέγραψε εκείνος που το πραγματοποίησε εξ ονόματός της, την ώρα που όλες οι δαιδαλώδεις σκοπιμότητες, οι παρασκηνιακές συγκρούσεις, οι διαφωνίες, δίκαιες και μη, εξαϋλώνονταν μπροστά στο συνταρακτικό μεγαλείο της στιγμής.

* Η κ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου είναι μεταφράστρια και συγγραφέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ