Γιάννης Παλαιολόγος ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο εκκεντρικός Τεξανός που διεκδίκησε δυναμικά την προεδρία

ΚΟΣΜΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Γράφοντας για τον Ρος Περό τον Μάρτιο του 1992, ο μετέπειτα διευθυντής του New Yorker Ντέιβιντ Ρέμνικ, συντάκτης τότε της Washington Post, σημείωνε: «Εχει περισσότερο πάθος από τον Τζορτζ Μπους, τον εμπιστεύονται περισσότερο από τον Μπιλ Κλίντον και έχει περισσότερα χρήματα από τους βασικούς παίκτες όλων των ομάδων του National League [σ.σ.: ένα από τα δύο πρωταθλήματα του Major League Baseball]. ...Θα μπορούσε να κλέψει το Τέξας από τον Μπους και τον Νέο Νότο από τον Κλίντον».

Τελικά, ο Τεξανός δισεκατομμυριούχος, που πέθανε στις 9 Ιουλίου σε ηλικία 89 ετών, δεν κέρδισε καμία πολιτεία τον Νοέμβριο του 1992. Κι όμως, ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους ανεξάρτητους υποψηφίους για την προεδρία στην ιστορία των ΗΠΑ. Βρέθηκε να προηγείται στις δημοσκοπήσεις για σύντομο χρονικό διάστημα και, παρότι αποσύρθηκε προσωρινά από την κούρσα, έλαβε ποσοστό 18,9% (σχεδόν 20 εκατομμύρια ψήφους) – η καλύτερη επίδοση ανεξάρτητου υποψηφίου από την Bull Moose υποψηφιότητα του Θεόδωρου Ρούζβελτ το 1912.

Με την εκστρατεία του, έθεσε τα θεμέλια του νέου αμερικανικού λαϊκισμού, ενός ιδεολογικά ασυνάρτητου ρεύματος με βασικό χαρακτηριστικό την οργή που το 2016 γκρέμισε το πολιτικό κατεστημένο και έστειλε τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Ο Περό, φυσικά, δεν ήταν Τραμπ – σε αντίθεση με τον Νεοϋορκέζο μεγιστάνα, που κληρονόμησε μια μεγάλη περιουσία, ο μικροκαμωμένος, παράτολμος, υπερσυντηρητικός Τεξανός ήταν πραγματικά αυτοδημιούργητος. Γεννημένος το 1930 στην Τεξαρκάνα, μια μικρή πόλη στα σύνορα του Τέξας με τη Λουιζιάνα, ξεκίνησε να δουλεύει από μικρή ηλικία, παράλληλα με το σχολείο – πουλούσε σπόρους και διένειμε την τοπική εφημερίδα σε φτωχές συνοικίες, καβαλώντας άλογο. Αναδείχθηκε σε Αετό πρόσκοπο –την υψηλότερη βαθμίδα του σώματος των Αμερικανών προσκόπων– σε ηλικία μόλις 13 ετών, φοίτησε για δύο χρόνια στο Texarkana Junior College και στη συνέχεια στη Ναυτική Ακαδημία, από την οποία αποφοίτησε το 1953 ως πρόεδρος της τάξης του.

Οπως αναφέρουν οι New York Times, «η στρατιωτική ζωή δεν του πήγαινε, η αναμονή να φθάσει η σειρά του να πάρει προαγωγή». Το 1957 άφησε πίσω τη στολή του ναύτη και προσελήφθη από την IBM ως πωλητής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στη δουλειά αυτή, γράφουν οι Times, ήταν «εξαιρετικός, επιτυγχάνοντας μια φορά τον ετήσιο στόχο του σε μόλις τρεις εβδομάδες». Το 1962 ίδρυσε τη δική του εταιρεία, την Electronic Data Systems, που παρείχε υπηρεσίες μηχανοργάνωσης, από την επεξεργασία μισθολογίου έως την εκκαθάριση επιταγών για τράπεζες και τη διαχείριση εγγράφων για τα δημόσια συστήματα υγείας Medicare και Medicaid. Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο το 1968 και η μετοχή της γρήγορα δεκαπλασιάστηκε.

Πολλά στελέχη της, όπως αναφέρει η νεκρολογία των Times, έγιναν εκατομμυριούχοι (όχι όμως όσοι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στο αυστηρό dress code και στη μη ανοχή του αφεντικού στις εξωσυζυγικές σχέσεις· ο ίδιος παρέμεινε παντρεμένος έως το τέλος της ζωής του, 63 χρόνια). Το 1984 πούλησε την Electronic Data Systems στην General Motors για το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 2,5 δισ. δολαρίων. Δύο χρόνια αργότερα ίδρυσε τη δεύτερη εταιρεία του, την Perot Systems, την οποία εξαγόρασε το 2009 η Dell για 3,9 δισ. δολάρια.

Η φήμη του Περό εξαπλώθηκε περαιτέρω το 1969, όταν μίσθωσε δύο αεροπλάνα, τα γέμισε με τριάντα τόνους τροφίμων, φαρμάκων και δώρων και ταξίδεψε στη Νοτιοανατολική Ασία, με σκοπό να τα παραδώσει στους 1.400 Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου στο Βόρειο Βιετνάμ.

Η προσφορά δεν έγινε δεκτή από το κομμουνιστικό καθεστώς, αλλά η αποστολή, γράφουν οι Times, «δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποτυχημένη. Η δημοσιότητα που δόθηκε στις κακουχίες των αιχμαλώτων εξέθεσε το Ανόι και οδήγησε σε καλύτερη μεταχείριση για κάποιους». Δέκα χρόνια αργότερα, μετά το ξέσπασμα της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν, ο Περό ηγήθηκε επιχείρησης κομάντο για την απελευθέρωση δύο υπαλλήλων που κρατούνταν σε φυλακή στην Τεχεράνη.

Ο στόχος επιτεύχθηκε με την πρόκληση ταραχών στη φυλακή, που οδήγησαν στη μαζική έξοδο σχεδόν 12.000 κατάδικων από τη φυλακή, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο επιχειρηματίας μεγαλοποίησε τον ρόλο του στην υπόθεση. Το επεισόδιο όμως, το οποίο ενέπνευσε ένα best seller και μια μίνι σειρά βασισμένη σε αυτό, τον έκανε ακόμα πιο διάσημο.

Η εκστρατεία του Περό το 1992 δεν προέκυψε από το πουθενά. Τη δεκαετία του ’80 είχε συνεργαστεί με διαδοχικούς κυβερνήτες του Τέξας σε πρωτοβουλίες όπως η καταπολέμηση της χρήσης ναρκωτικών και η βελτίωση των δημοσίων σχολείων.

Οταν όμως αποφάσισε να εισέλθει στην προεδρική προεκλογική αρένα, ήταν η πρώτη του υποψηφιότητα για πολιτικό αξίωμα. Οπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που κι αυτός εισήλθε στην κούρσα για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα το 2016 ως πολιτικός πρωτάρης, ο Περό –παρότι έκανε δουλειές για δεκαετίες με το αμερικανικό δημόσιο– εμφανίστηκε ως ο outsider που θα έφερνε την κάθαρση στο διεφθαρμένο κατεστημένο της Ουάσιγκτον.

Δαπανώντας δικά του χρήματα –συνολικά περίπου 65 εκατομμύρια δολάρια– και κατακεραυνώνοντας των αντιπάλους τους ως υποχείρια συμφερόντων (όπως θα έκανε και ο Τραμπ), προώθησε ένα πρόγραμμα που διέλυε τις διαχωριστικές γραμμές της αμερικανικής πολιτικής: ο λόγος του ήταν φλογερά πατριωτικός και τασσόταν υπέρ του ισοσκελισμού του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, αμιγώς συντηρητική θέση· παράλληλα όμως ήταν υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση, παθιασμένα κατά του πρώτου Πολέμου στον Κόλπο και σχεδόν κάθετα εναντίον της NAFTA και των δυνατοτήτων που έδινε σε αμερικανικές εταιρείες να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους στο Μεξικό. Μιλούσε για τον δικαιολογημένο θυμό των Αμερικανών και για την ανάγκη να πάρουν πίσω τον έλεγχο της χώρας του.

Ο Περό διεκδίκησε εκ νέου την προεδρία το 1996, ως επικεφαλής του Reform Party, λαμβάνοντας αυτή τη φορά μόνο το 8,4% των ψήφων. Το 2000 επιχείρησε να λάβει το χρίσμα του κόμματος αυτού ο Τραμπ.

Ο θρίαμβός του το 2016 βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στη στρατηγική του Περό, με δύο σημαντικές διαφοροποιήσεις – διεκδίκηση του χρίσματος ενός εκ των δύο μεγάλων κομμάτων και σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική. Είναι άγνωστο σε τι βαθμό ο εκκεντρικός Τεξανός θεωρούσε πολιτικό του απόγονο τον Τραμπ – και τι ένιωθε γι’ αυτό. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ