Λίνα Γιάνναρου ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Γεύμα με τον... Μονταλμπάνο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι στρογγυλά, στο μέγεθος ενός μικρού πορτοκαλιού. Σε ορισμένες περιοχές τα κάνουν λίγο μυτερά στην κορυφή. Ομως το χρώμα είναι πάντα το ίδιο, χρυσαφί, του κουρασμένου μαντεμένιου τηγανιού, και η υφή μιας αφράτης κροκέτας. Τα arancini, αυτή τη λιχουδιά της cucina povera της Νότιας Ιταλίας, από ριζότο που έχει περισσέψει, με γέμιση συνήθως από ραγού ή μοτσαρέλα, τα γνωρίσαμε στην Ελλάδα οι περισσότεροι γύρω στο 2004, με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Αντρέα Καμιλέρι «Τα πορτοκάλια του Μονταλμπάνο» (όπου «πορτοκάλι» το αγαπημένο του επιθεωρητή arancino). Σήμερα, τα βρίσκεις πού και πού και εδώ στα μενού των νέων εστιατορίων, όμως τότε, αν τα ορεγόσουν διαβάζοντας τις περιπέτειες του Μονταλμπάνο, έπρεπε να ταξιδέψεις στη Σικελία ή στη Νάπολη για να τα απολαύσεις. Στη γωνία των δρόμων, στα όρθια, στην παρανομία. 

Να διακινδυνεύσουμε μια θεωρία: όσοι αγάπησαν τον Αντρέα Καμιλέρι αγαπούσαν και το φαγητό τουλάχιστον όσο κι εκείνος. Ο Ιταλός συγγραφέας, ένας από τους διασημότερους της χώρας του και «πατέρας» του διάσημου επιθεωρητή Μονταλμπάνο, ο οποίος έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών, αφιέρωνε πολλές αράδες στις συνταγές και στα διάσημα πιάτα της Σικελίας, καθίζοντας τακτικά το Σάλβο Μονταλμπάνο στα τραπεζάκια κάποιας παραθαλάσσιας τρατορίας της Βιγκάτα (κωμόπολη που είχε επινοήσει ο Καμιλέρι). Γυρνούσες τις σελίδες και μύριζε θάλασσα και ξεροτηγανισμένο φρέσκο ψαράκι, μαγειρευτό χταπόδι, το σκόρδο στο λάδι στις μακαρονάδες άλε βόνγκολε. Αν και κανείς δεν έφτανε, λέει, το «χέρι» της Αντελίνα, της γυναίκας που του συγύριζε το σπίτι, του ψώνιζε και του μαγείρευε. Ο αστυνόμος είχε απορρίψει πρόταση για δείπνο σε εστιατόριο στο Παρίσι για χάρη των arancini της οικιακής βοηθού του.

Ο Καμιλέρι είχε ονομάσει τον ήρωά του Μονταλμπάνο ως φόρο τιμής στον Ισπανό συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Διόλου τυχαία και ο Πέπε Καρβάλιο, ο ιδιόρρυθμος ντετέκτιβ του Μονταλμπάν, επίσης αγαπούσε πολύ το φαγητό. «Ο Σέρλοκ Χολμς έπαιζε βιολί. Εγώ μαγειρεύω», έλεγε.

Οταν είχε ερωτηθεί ο Αντρέα Καμιλέρι (Guardian, 6/7/12), είχε επικαλεστεί έναν άλλο διάσημο συγγραφέα: «Δεν είναι λαιμαργία. Είναι όπως στα βιβλία του Σιμενόν, όπου ο Μεγκρέ επίσης αγαπά το καλό φαγητό. Είναι ίσως η εκδίκηση της ζωής, μια επιβεβαίωση ότι είσαι ζωντανός μπροστά στον συνεχή θάνατο. Ισως με το να τρως εκφράζεις ασυνείδητα την ηδονή τού να είσαι ζωντανός». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ