Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Πόσοι άραγε θαυμάζουν αυτό που γίναμε;»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ

Αν κάτι επανέφερε έντονα η ομιλία του νέου προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Τασούλα, είναι η επιθυμία να ανατρέξουμε και σε άλλες πηγές, πέρα από τις δηλώσεις και αντιδηλώσεις, τις «άμεσες» αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις χωρίς όρους επιθέσεις μεταξύ πολιτικών αντιπάλων, τα «τότε που είχατε πει» εσείς, και όλα τα συμπαρομαρτούντα της κρίσης. Ηταν μια ομιλία που προκάλεσε επαινετικά σχόλια, συζητήθηκε και καταγράφηκε με έμφαση από την αρθρογραφία. Ο εκλεγμένος με εντυπωσιακή πλειοψηφία νέος πρόεδρος θύμισε με τις αναφορές του σε πολιτικά και ιστορικά δοκίμια, με τις λογοτεχνικές καταβολές του λόγου του, ότι δεν είναι μόνο η «ατάκα» ο τρόπος επικοινωνίας των βουλευτών, πολιτικών αρχηγών και στελεχών μιας κυβέρνησης. Οτι πράγματα που μας συμβαίνουν σήμερα έχουν απασχολήσει και αναλυθεί ανά τους αιώνες, απλώς η εκάστοτε συγκυρία επιβαρύνει με τα δικά της χαρακτηριστικά τα όποια γεγονότα.

Είχε κάτι καθησυχαστικό και ωφέλιμο η επιλογή αποσπασμάτων από έργα στοχαστών, συνδεδεμένα με την ψυχική αλλά και πολιτειακή συνθήκη της χώρας. Την κόπωση των πολιτών, την απαξίωση των θεσμών, τη «μετατροπή κοινοβουλευτικών διαδικασιών σε γκιλοτίνες διαβολής ή δικονομικής εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων».

Δεν έχει σημασία αν την ομιλία αυτή άκουσαν ή, εκ των υστέρων, διάβασαν πολλοί ή λίγοι. Προφανώς δεν πρόκειται για μέτρο που επηρεάζει ζωές ούτε για εξαγγελία σημαίνουσα για το μέλλον μας. Ηταν όμως μια στιγμή αξιομνημόνευτη γιατί υποστηρίζει το στίγμα μιας κυβέρνησης, το οποίο δίνει πρώτα και καθοριστικά ο πρωθυπουργός. Κοντά στον «ορθό λόγο, τη νομιμότητα και τον πολιτικό πολιτισμό», που τονίζει με κάθε αφορμή ο κ. Μητσοτάκης, ανοίγονται και άλλες διαδρομές που ενισχύουν τη συμβολική αξία του ελληνικού Κοινοβουλίου, εξαιρετικά ταλαιπωρημένου την τελευταία δεκαετία.

Ας πούμε ότι η ομιλία του κ. Τασούλα έθεσε το πλαίσιο μιας ανακωχής στην κοινοβουλευτική σκηνή και ήταν μια πρόταση περισυλλογής. Με τον τρόπο του. Μπορεί να μην είναι συμβατός με όλους. Δεν προτείνουμε ούτε να πολλαπλασιαστεί ούτε να αναπαραχθεί. Ούτε να βρει μιμητές. Ο καθείς και τα όπλα του. Στέλνει όμως ένα σήμα σε όσους θεωρούν εαυτούς «μοναδικούς και πρωτοφανείς», λέγοντας «αποτελούμε ιστορικά ένα προσωρινό κομμάτι». Και, βέβαια, συνοψίζοντας στο καταληκτικό ερώτημα: «Τώρα που γίναμε αυτό που θαυμάζαμε, πόσοι άραγε θαυμάζουν αυτό που γίναμε;». Οσο τίθεται το ερώτημα, υπάρχει και η πιθανότητα μιας διαφορετικής απάντησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ