ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΠΟΤΣΙΟΥ*

Γίναμε Ευρώπη;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η φετινή προεκλογική περίοδος ήταν μακρά και κατά τόπους οξυμένη. Αλλά οι πολιτικές κινητοποιήσεις λίγο θύμιζαν τα εκλογικά ήθη που ίσχυαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Κυριάρχησαν μικρές συγκεντρώσεις, συγκρατημένα συνθήματα και υποτονικά τηλεοπτικά «παράθυρα», ενώ ελάχιστες ήταν οι αφίσες και εξαφανισμένες οι συναυλίες με ανατρεπτικά τραγούδια άλλων εποχών.

Το μετεκλογικό κλίμα παραπέμπει ακόμη λιγότερο σε προηγούμενες κυβερνητικές εκκινήσεις και παραδόσεις-παραλαβές (όταν γίνονταν). Κοινό μυστικό: δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Η προσοχή είναι στραμμένη στο αποτέλεσμα, ενώ η επικοινωνία ωχριά, αν δεν προκαλεί κιόλας.

«Γίναμε Ευρώπη», κατά τον γνωστό αστεϊσμό; Βρίσκουμε δηλαδή με τη δική μας ταυτότητα έναν δρόμο εκσυγχρονισμού μέσα στην Ε.Ε.; Εν μέρει, ναι. Αναπόφευκτα, ίσως, μετά μισό αιώνα συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ενστικτωδώς, επίσης, λόγω ευρύτερου δυτικού ιστορικού προσανατολισμού. Αλλά προπάντων αναγκαστικώς, λόγω της κρίσης. Ο πολιτικός ναρκισσισμός του παρελθόντος μοιάζει με «αστείο που κανένας δεν γελά». Δύσκολα θα ξεχάσουμε τη δεκαετή δοκιμασία που μας έφερε στο χείλος του γκρεμού. Περιουσίες εξανεμίστηκαν, δουλειές χάθηκαν, προσδοκίες διαψεύστηκαν, το Δημόσιο ξεχαρβαλώθηκε (κι άλλο), μια γενιά χαντακώθηκε, με εκατοντάδες χιλιάδες να αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό. Θέλοντας και μη, τα παθήματα γίνονται μαθήματα.

Εκτός από την κοινωνία, η κρίση διαπέρασε και τους πρωταγωνιστές των εκλογών, τα πολιτικά κόμματα. Την τελευταία περίοδο η πυξίδα έδειχνε αδράνεια και πόλωση. Αλλά κάτω από την πολιτική επιφάνεια, στην κοινωνία αναπτυσσόταν η συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν ο γιαλός στραβός, μα το αρμένισμα. Η κρίση άλλαξε τις ισορροπίες μεταξύ και εντός των κομμάτων. Οδήγησε τα πιο ανθεκτικά στην ανανέωση, άλλα στη φθορά, ανέδειξε νέες δυνάμεις αλλά –εξίσου ραγδαία– τις εξαφάνισε. Ενα θετικό στοιχείο είναι ότι η χώρα άντεξε στην κρίση χωρίς να τρωθεί συνολικά η δημοκρατία της. Μολονότι η κομματική αντιπαράθεση έφτασε ενίοτε στα όρια της συνταγματικής τάξης, δεν τα ξεπέρασε. Το επιβεβαιώνει η εκλογική ήττα της Χρυσής Αυγής, όταν σε άλλες χώρες της Ε.Ε. ακροδεξιοί και εθνικιστές συνεχίζουν να σημειώνουν υψηλά ποσοστά.

Το επόμενο στοίχημα για τα κόμματα και εντέλει για τη δημοκρατία είναι να ασχοληθούν με το μέλλον αντί να εστιάζουν στο παρελθόν και να το εκμεταλλεύονται για πολιτικό όφελος. Η Ιστορία απωθεί ό,τι τη χορταριάζει. Φτάνει να θυμηθούμε πώς απολιθώθηκαν στο παρελθόν οι παρατάξεις του Εθνικού Διχασμού από τον εμφύλιο ή τα κόμματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας από τη δικτατορία και τη μεταπολίτευση, αφού αποδείχθηκαν ανήμπορα μπροστά στα διακυβεύματα της εκάστοτε νέας εποχής.

Από την άλλη πλευρά, οι σημερινές πολιτικές δεν μπορούν να σταθούν αν είναι «ανιστόρητες». Απευθύνονται σε μια κοινωνία με συγκεκριμένα βιώματα, τραύματα και παρακαταθήκες. «Τα έθνη δεν αυτοσχεδιάζονται», όπως παρατηρούσε προσφυώς ο Κωλέττης. Αλλά κι αν κοιτάξουμε δίπλα μας σήμερα: οι εταίροι μας συνδέουν τις στρατηγικές τους με τα εθνικά συμφέροντα και τις επιμέρους πολιτικές κουλτούρες, ζητήματα που κατεξοχήν απορρέουν από την Ιστορία. Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπενθυμίζουν σε κάθε ευκαιρία ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση γίνεται άμεσα κατανοητή όταν θυμόμαστε τα ερείπια και το μίσος από όπου ξεκίνησε. Η ιστορική αυτογνωσία τους ενδυναμώνει χωρίς να κάνει τη ματιά τους λιγότερο μοντέρνα, δημοκρατική ή παγκόσμια.

Ιστορικά, η Ελλάδα πρόκοψε όταν βρισκόταν σε παράλληλη και συγκρίσιμη τροχιά με την υπόλοιπη Δύση. Με την κρίση μείναμε αρκετά πίσω, με συνέπεια να χρειάζονται τώρα τολμηρά άλματα. Το εκλογικό αποτέλεσμα δημιουργεί σταθερότητα για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος. Οπως σε κάθε καμπή, το πολιτικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα της μεταρρύθμισης και το πολιτικό όραμα που συνδυάζει γνώση παρελθόντος και σχέδιο μέλλοντος. Και στα δύο κρίνεται πλέον καθημερινά το αν «γινόμαστε Ευρώπη».

* Η κ. Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς Πολιτικής και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής και Διεθνούς Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ