ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H Σούζαν Ιτον έφτασε στην Κρήτη την τελευταία Κυριακή του Ιουνίου. Την επομένη θα ξεκινούσε το συνέδριο για τα έντομα στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης. Δεν ήταν ακριβώς το αντικείμενό της –εκείνη ειδικευόταν στη μελέτη ενός συγκεκριμένου είδους μύγας–, είχε συμφωνήσει όμως να δώσει μια από τις κεντρικές διαλέξεις. Σκόπευε να παρακολουθήσει κάποιες από τις εργασίες του συνεδρίου, να δει παλιούς αγαπημένους της συναδέλφους και βέβαια τα Χανιά που τόσο είχε αγαπήσει.

Το μεσημέρι της Δευτέρας, οι άνθρωποι της ακαδημίας τη χαιρέτησαν την ώρα που έβγαινε για τρέξιμο. Από το συγκεκριμένο συνεδριακό κέντρο περνούν κάθε χρόνο τουλάχιστον 2.500 σύνεδροι, και όμως τη Σούζαν τη θυμούνταν σχεδόν όλοι για έναν λόγο άσχετο με τις επιστημονικές της διακρίσεις: τη δεξιοτεχνία της στο πιάνο. Ετσι, και εκείνη τη Δευτέρα αλλά και την επομένη λίγο πριν εξαφανιστεί, κάθισε στο μικρό πιάνο στην κρητική σάλα δίπλα στη ρεσεψιόν και έπαιξε ένα κομμάτι κλασικής μουσικής. Οσοι το άκουσαν το χαρακτήρισαν «έντονο και λυπητερό», αλλά η ίδια ήταν σε ιδιαίτερα καλή διάθεση. Φορούσε ένα φωτεινό πορτοκαλί φόρεμα και, νωρίτερα, στο τραπέζι του μεσημεριανού, οργάνωνε με κέφι μια εκδρομή με ποδήλατα για την επομένη. 

Γύρω στις 2 μ.μ. ανέβηκε στο δωμάτιό της στον τρίτο όροφο. Aλλαξε τα ρούχα της γυμναστικής και βγήκε. Μαζί της δεν πήρε τίποτα, ούτε καν το κλειδί του δωματίου, το οποίο άφησε ξεκλείδωτο. Hταν η τέταρτη φορά που έμενε στην ακαδημία και ένιωθε ασφάλεια. Ξεκίνησε με κατεύθυνση προς το χωριό Αφράτα σε έναν ανηφορικό δρόμο. Eκανε ζέστη αλλά  δεν πτοήθηκε. Αριστερά είχε τη φύση που τόσο αγαπούσε, δεξιά της τη θάλασσα. Ενα χιλιόμετρο μακριά, ένα άσπρο αυτοκίνητο την προσπέρασε. Αγνωστο εάν εκείνη το αντιλήφθηκε, αλλά λίγα μέτρα πιο κάτω ο οδηγός έκανε αναστροφή και την ακολούθησε από απόσταση. Οταν βεβαιώθηκε πως ήταν μόνη, τη χτύπησε με το αυτοκίνητο και όσο ήταν πεσμένη έκανε όπισθεν και τη χτύπησε ξανά. Βγήκε από το αυτοκίνητο, διαπίστωσε πως είχε χάσει τις αισθήσεις της και την έβαλε στο πορτμπαγκάζ.

Πίσω στην ακαδημία, κάποιος σύνεδρος την αναζήτησε, αλλά δεν παραξενεύτηκε όταν δεν του απάντησε – του είχε πει πως θα δούλευε την ομιλία της. Οταν την Τετάρτη δεν εμφανίστηκε στην ποδηλατάδα, κάποιοι θορυβήθηκαν, αλλά σκέφτηκαν πως ίσως είχε αλλάξει γνώμη και είχε πάει σε μια από τις άλλες δύο οργανωμένες εκδρομές. Οταν το βράδυ δεν ήταν σε κανένα από τα δύο πούλμαν, μπήκαν στο δωμάτιό της. Ανήσυχοι πλέον, πήγαν στην αστυνομία. 


Η είσοδος της σπηλιάς στην οποία βρέ-θηκε το πτώμα της άτυχης Αμερικανίδας. 

Η αναζήτηση ξεκίνησε εκείνο το βράδυ. Με δύο αγροτικά αυτοκίνητα της αστυνομίας, οι σύνεδροι πηγαινοέρχονταν στη γύρω περιοχή φωνάζοντας το όνομά της. Τις επόμενες ώρες έφτασαν στο νησί ο σύζυγος και οι δύο γιοι της από τη Γερμανία όπου έμεναν, καθώς και η οικογένεια της αδελφής της από την Αμερική. Στην έρευνα μετείχαν ομάδες της ΕΜΑΚ, ελικόπτερα, drones, εθελοντές και ντόπιοι που είχαν πάρει άδεια από τις δουλειές τους, ειδικά σκυλιά από τη Γερμανία και βέβαια η αστυνομία αλλά και ο ακόλουθος του FBI στην Αθήνα.

Στα μικρά διαλείμματα, όλοι μιλούσαν για την 59χρονη γυναίκα που αγαπούσε την κηπουρική, τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας και τα παζλ, τα δύο σκυλιά της, το ταε κβον ντο (είχε μαύρη ζώνη και δίδασκε), που ήταν καταπληκτική μαγείρισσα, λατρεμένη σύζυγος και μητέρα, αλλά και φίλη, συνάδελφος και  μέντορας των αμέτρητων φοιτητών της. Η «Σου», έλεγαν, τα συνδύαζε και τα προλάβαινε όλα, πάντα με χαμόγελο.

Η βασική θεωρία ήταν αρχικά πως κάνοντας τζόγκινγκ είχε κάπου χτυπήσει. Η αδελφή της ήταν η πιο αισιόδοξη: «Ακόμα και εάν έχει κάπου τραυματιστεί άσχημα, θα καταφέρει να επιβιώσει», έλεγε σε όλους. Οι ημέρες όμως περνούσαν και το ηθικό όλων έπεφτε. Ο μικρός της γιος δεν άντεχε καν να βγει από το σπίτι που τους είχε παραχωρήσει η ακαδημία.

Ηταν αργά το βράδυ, έξι ημέρες μετά την εξαφάνιση, όταν δέχθηκαν το τηλεφώνημα από την αστυνομία. Το πτώμα της Σούζαν είχε βρεθεί.

Η μακάβρια ανακάλυψη

Νωρίτερα εκείνο το απόγευμα, ο Λευτέρης Τζίτζικας, γνωστός στους φίλους του και ως «ψαχτήρι» (λόγω του πάθους του για εξερεύνηση στις σπηλιές όπου έψαχνε για παλιά νομίσματα και γερμανικά όπλα), έπινε καφέ. Λίγο μετά τις επτά το βράδυ, του τηλεφώνησε ένας φίλος. «Βρήκα την είσοδο της σπηλιάς», του είπε με ενθουσιασμό ο Μανόλης.

«Ερχομαι!» του είπε εκείνος. Στη συγκεκριμένη σπηλιά ο Λευτέρης είχε μπει παλαιότερα, όμως πριν από περίπου 20 ημέρες είχε προσπαθήσει να τη δείξει στον φίλο του και δεν είχε εντοπίσει την είσοδο. «Ηταν η μοίρα που μας έστειλε εκεί εκείνο το βράδυ», λέει στην «Κ».

Μπήκαν στη σπηλιά και με το κινητό φώτιζαν τη διαδρομή. Υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά που αναστάτωσε τον Μανόλη –είχε δουλέψει παλαιότερα σε νεκροτομείο–, δεν είπε όμως τίποτα στον φίλο του και προχώρησαν. Στη θέα της νεκρής γυναίκας τα έχασαν. «Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως επρόκειτο για μια πλαστική κούκλα, αλλά όταν είδα τα παπούτσια, κατάλαβα τι είχα μπροστά μου», θυμάται ο Λευτέρης. Σε κατάσταση πανικού, εγκλωβίστηκαν για ώρα προσπαθώντας να βρουν την έξοδο της σπηλιάς. Φοβούνταν πως ο δολοφόνος μπορεί να παραμόνευε. Εκείνος όμως βρισκόταν 22 χιλιόμετρα μακριά, στο σπίτι του στο Καστέλλι Κισσάμου. Το ίδιο βράδυ γιόρταζε την τρίτη επέτειο γάμου.

Οπως θα πει αργότερα στην ομολογία του, ήταν βέβαιος πως κανείς δεν θα έβρισκε τη γυναίκα στη σπηλιά.


Τα λάθη και οι παραλείψεις του δράστη οδήγησαν στη σύλληψή του.

Το αντικείμενο-κλειδί

Το επόμενο πρωί, οι δύο ιατροδικαστές, κ. Παπαδομανωλάκης και Μπελιβάνης, μπαίνοντας στη σπηλιά ήταν σίγουροι πως επρόκειτο για δολοφονία. Δεν ήταν τα σημάδια στο σώμα που αργότερα ανέλυσαν, αλλά ένα αντικείμενο που είχε αφήσει πίσω ο δράστης. Μια μπλε θήκη, παρόμοια με αυτές που χρησιμοποιούνται για κοστούμια, αλλά μεγαλύτερη σε μέγεθος, σαν αυτές που δίνουν στον στρατό. Επάνω είχε μερικά φτερά κότας.

Εν τω μεταξύ, είχαν συλλέξει το υλικό από όλες τις κάμερες της περιοχής. Ενα από τα εκατοντάδες αυτοκίνητα που «έπιασε» η κάμερα ήταν αυτό του δράστη, στην περιοχή της σπηλιάς. Εψαξαν και έμαθαν για τον γιο του παπά, παντρεμένο με δύο μικρά παιδιά, αλλά με ιδιαίτερα ασταθή χαρακτήρα, παράξενα χόμπι και εμπλοκή σε μια ιστορία σεξουαλικής παρενόχλησης η οποία όμως δεν είχε φτάσει στην αστυνομία. Οταν, μετά την προσαγωγή του, είπε ψέματα πως δεν είχε βρεθεί στην περιοχή της σπηλιάς, χτύπησε καμπανάκι. Μέσα σε λίγες ώρες, ομολόγησε: «Ενιωθα θυμό. Μια μεγάλη ψυχολογική ένταση και αναζητούσα σεξουαλική εκτόνωση. Ημουν αποφασισμένος και δεν με ένοιαζε εάν θα έκανα κακό», θα πει στους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ.

Αφού ακινητοποίησε τη Σούζαν στο πορτμπαγκάζ, κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά. Εκεί έμεινε μιάμιση ώρα. Σε αυτό το διάστημα τη βίασε σε διάφορες χρονικές στιγμές, χωρίς, όπως είπε, να ξέρει εάν ήταν ακόμη ζωντανή. Στη συνέχεια, την έριξε στη σπηλιά από μια τρύπα. Εκανε μια στάση στο νεκροταφείο για να καθαρίσει το αυτοκίνητο και οδήγησε έως το σπίτι του. Σύμφωνα με τους γείτονες, τίποτα στη συμπεριφορά του δεν μαρτυρούσε το άγριο έγκλημα που είχε διαπράξει. Οταν οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, ήταν ατάραχος. Ενας δικηγόρος τον περίμενε εκεί, αλλά την επομένη ενημέρωσε την οικογένειά του πως δεν θα αναλάμβανε την υπόθεση. Ηταν συγκλονισμένος. Οπως άλλωστε και όλοι στην Κρήτη.

«Είναι όμως ευθύνη όλων μας, όταν παραβατική συμπεριφορά περιθάλπεται και κρύβεται στα υπόγεια», είπε στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Ζορμπάς, διευθυντής της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης. Στο έκτακτο Δ.Σ. που συγκάλεσε, αποφάσισαν να κάνουν μια σειρά δράσεων με την ελπίδα να «ξυπνήσει» η κλειστή κοινωνία και να αποκτήσει καλύτερα αντανακλαστικά και άνεση στο να μιλάει για τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων που μπορεί να οδηγήσουν σε ένα τόσο νοσηρό έγκλημα. Πριν από αυτό όμως, οργανώνει μια εκδήλωση στη μνήμη της Σούζαν. Θέλει να έρθουν κάτοικοι από όλη την Κρήτη, και όλοι μαζί να περπατήσουν τη διαδρομή που περπάτησε μόνη της η άτυχη γυναίκα. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ