Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ναρκισσισμός και δημοκρατία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Και έτσι, λοιπόν, η χώρα που ανέδειξε ως πρωθυπουργό έναν Ντισραέλι και έναν Γκλάντστοουν, έναν Ουίνστον Τσόρτσιλ, έναν Μακμίλαν και μία Θάτσερ, από χθες έχει ως ένοικο στην Ντάουνινγκ Στριτ τον Μπόρις Τζόνσον. Οχι τυχαία, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ πανηγυρίζει.

«Η φαντασία στην εξουσία», φώναζαν πριν από πενήντα και πλέον χρόνια οι Γάλλοι φοιτητές στο Παρίσι, αλλά μάλλον δεν είχαν αυτό ακριβώς στον νου τους. Ωστόσο, όχι πριν από πολύ καιρό, σίγουρα ήθελε λίγη (ή και γερή) φαντασία για να σκεφτείς τη διεθνή πραγματικότητα το 2019 – και ειδικά στον αγγλοσαξονικό χώρο.

Αλλά δεν είναι μόνον η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι και ο Ορμπαν στην Ουγγαρία, είναι ο Σαλβίνι στην Ιταλία, είναι και ο Αντρέι Ντούντα στην Πολωνία και, βέβαια, η Αυτού Εξοχότης ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Με άλλα λόγια, από τον λαϊκισμό και τις φανφάρες στην «ελλειμματική δημοκρατία», στον αυταρχισμό. Ενα φάντασμα πλανιέται όχι πάνω από την Ευρώπη αλλά πάνω απ’ τον κόσμο: το φάντασμα της κραυγαλέας προσχηματικής δημοκρατίας. Ή απλώς ενός λαϊκισμού που αν πριν από μερικά χρόνια φάνταζε γραφικός και ανώδυνος, πλέον είναι θεσμοθετημένος και δημοκρατικά εκλεγμένος. Τα έχουν αυτά οι δημοκρατίες και δεν θα πάψουμε να τις αγαπάμε και να τις υποστηρίζουμε ό,τι και να γίνει.

Από αυτή τη σκοπιά, θα πρέπει να παρατηρήσουμε και το εξής: ενώ στη Μεγάλη Βρετανία αναλαμβάνει την πρωθυπουργία ο Μπόρις Τζόνσον, στη χώρα μας, αναλαμβάνει το ακριβώς αντίθετο ως ύφος, συμπεριφορά, αύρα, στάση: ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έπειτα από 4,5 χρόνια συστηματικού «επικοινωνιακού» λαϊκισμού. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα ξεχωρίζει – και αυτή τη φορά για καλό, επιτέλους. Ομως δεν είναι μονάχα ο λαϊκισμός που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο αυτών των προσωπικοτήτων. Είναι και ένας απροκάλυπτος, παθολογικός σχεδόν ναρκισσισμός. Ειδικά στον Τζόνσον και στον Τραμπ αυτό είναι κάτι που «φωνάζει». Εγωκεντρισμός, εγωπάθεια, επιδειξιομανία, αμετροέπεια, θόρυβος (πολύς θόρυβος), αγένεια και ορυμαγδός στόμφου και εξυπνακισμού συνιστούν μερικά από τα βασικά συστατικά του ναρκισσιστικού πολιτικού όντος, που φαίνεται να ακολουθεί και αυτό το ρεύμα της εποχής: αν ο ανώνυμος χρήστης των κοινωνικών δικτύων βρίσκει μια ευκαιρία να ξεδώσει με τον καταπιεσμένο ναρκισσισμό του, ο επώνυμος πολιτικός το κάνει (και) μέσω του λειτουργήματός του.

Ποτέ άλλοτε δεν πρέπει η διεθνής πολιτική σκηνή να συγκέντρωνε τόσο πολλούς πολιτικούς που αδυνατούν να συγκρατήσουν τον ναρκισσισμό τους, τη στιγμή που ο πολιτικός, θεωρητικά τουλάχιστον, οφείλει να γνωρίζει πότε πρέπει να συγκρατείται και πότε να αφήνεται.

Βεβαίως, για να φτάσουμε ως εδώ, διερωτάται κανείς για τις μεγάλες ευθύνες των λεγόμενων σοβαρών και μετρημένων. Τι έκαναν (ή τι δεν έκαναν) για να σπρώξουν τόσο κόσμο (που ένιωσε αποκλεισμένος και παραμελημένος) προς αυτές τις επιλογές και, το χειρότερο απ’ όλα, να επιτρέψουν να δημιουργηθεί ένα πνεύμα απαξίωσης απέναντι στην ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ