ΒΙΒΛΙΟ

Βασίλης Αλεξάκης στην «K»: Επιπλέω σε ένα πέλαγος από λέξεις

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Πέρασα δύο καρκίνους, είχα πολύ σοβαρές περιπέτειες υγείας το 2015, τράβηξαν δύο χρόνια, έκανα επεμβάσεις και από τότε μένω στην Ελλάδα. Δυσκολευόμουν τα τελευταία χρόνια να γράψω», λέει ο Βασίλης Αλεξάκης. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μεγάλο μέρος της νεότητάς μου, μαζί με την κοινή μας αγάπη για τις λέξεις, μου έκανε παρέα ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης με τα βιβλία του. Ανήκει στα σίγουρα σε αυτούς τους συγγραφείς που ξεκινάς με ένα βιβλίο τους και έπειτα αναζητείς να τα διαβάσεις όλα. Είναι ο συγγραφέας που αναπνέει πάντα στο ενδιάμεσο, ανήκει και εδώ και εκεί, για τους Ελληνες είναι Γάλλος και για τους Γάλλους Ελληνας. Ομως συναντιέται με το κοινό του με τη διαχρονικότητα μιας οικειότητας που έχει σμιλευτεί από την αλήθεια. Κάθε φορά που το έργο ενός συγγραφέα αντλείται από τη διάθλαση της ζωής ενός αυθεντικού τύπου, τότε είναι αναμενόμενο και το έργο του να γίνεται κλασικό, να αντέχει στον χρόνο, διότι έχει υποκειμενικές ρίζες.

Τον τελευταίο καιρό τολμώ να πω ότι ο Βασίλης ανήκει στους φίλους μου, κατέχει μέρος της καρδιάς μου. Μικρά και λίγο μεγαλύτερα συμβάντα μου επέτρεψαν να δω τη γλυκιά, υποδόρια χιουμοριστική συνειδητοποιημένη φύση του, ενός ανθρώπου που κρατάει ανοιχτό το βλέμμα για τον κόσμο γύρω του και την ίδια στιγμή έχει συμφιλιωθεί με όσα κατόρθωσε στη ζωή του. Του ζήτησα να κάνουμε μια συζήτηση με αφορμή το βιβλίο που γράφει αυτό τον καιρό, και το οποίο προγραμματίζεται να εκδοθεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, όπως και όλα του τα βιβλία πλέον, μέσα στην επόμενη χρονιά. Θέμα του βιβλίου ο θάνατος. Ο Βασίλης Αλεξάκης, όμως, ακόμα και όταν γράφει για τον θάνατο, δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του. Δεν είναι τυχαίο τελικά ότι η συζήτησή μας αρχίζει και τελειώνει με τη λέξη «ελευθερία».

– Nα μιλήσουμε για το μυθιστόρημα που γράφετε.
– Είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο. Ο τίτλος του είναι «Η Παναγία και ο Ταρζάν», θα μου πεις, τι δουλειά έχουν αυτοί οι δύο μαζί, τελικά θέλω το βιβλίο να έχει μια διασκεδαστική πλευρά. Η Παναγία και ο Ταρζάν συνομιλούν πάνω σε ένα δένδρο. Η Παναγία που δεν είχε δει ποτέ της δάσος είχε αυτή την επιθυμία και μοιραία έπεσε πάνω στον Ταρζάν, που την ενοχλεί λιγάκι ότι είναι σχεδόν γυμνός, του κάνει παρατηρήσεις. Τώρα η Παναγία με φέρνει κοντά σε ένα βιογραφικό στοιχείο, ότι έχω ένα σπίτι στην Τήνο. Οτι έχω δει τους προσκυνητές να πηγαίνουν προς την εκκλησία με τα τέσσερα, προς μεγάλη απορία των σκυλιών που τους κοιτάνε να πηγαίνουν με τα τέσσερα, δεν πολυκαταλαβαίνουν γιατί τους βρίσκουν στην ίδια στάση, τι πρέπει να γίνει τώρα να σηκωθούν εκείνα; Κάτω όμως από όλα αυτά είναι ο θάνατος. Πέρασα δύο καρκίνους, είχα πολύ σοβαρές περιπέτειες υγείας το 2015, τράβηξαν δυο χρόνια, έκανα επεμβάσεις και από τότε μένω στην Ελλάδα. Δυσκολευόμουν τα τελευταία χρόνια να γράψω. Το γράψιμο απαιτεί πολύ μεγάλη συγκέντρωση, καθαρό μυαλό και σωματική δύναμη. Δεν μπορείς να γράψεις όταν είσαι κατάκοιτος. Οσο ήμουν στο νοσοκομείο και εδώ στη «Σωτηρία» που έμεινα δύο μήνες και στη Γαλλία όσο νοσηλεύτηκα δεν μπόρεσα να γράψω ούτε γραμμή. Είχα όλο τον καιρό μια σελίδα γραφομηχανής δίπλα μου –πάντα έχω– και λιγάκι με κατηγορούσε αυτή η σελίδα, η σιωπή της με ενοχοποιούσε, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Οταν ήρθα σπίτι συνέχισα να αδρανώ για ένα διάστημα, αλλά τώρα μπορώ να γράφω το πρωί, όπως έκανα πάντα.

– Ποιες ώρες γράφετε;
– Πάντα ξυπνούσα πάρα πολύ πρωί, από τις 04.30. Εγραφα από τις 04.30 μέχρι τις 07.00, ξανακοιμόμουν για μία ώρα και μετά συνέχιζα μέχρι το μεσημέρι, όπου τα έκλεινα όλα. Είχα δύο πρωινά μέσα στην ίδια μέρα όπου ήταν πάρα πολύ καλό. Είχα την ησυχία που χρειαζόμουν.

– Ο Ταρζάν πού παραπέμπει;
– Στα παιδικά μου χρόνια. Του είχα αδυναμία, τον βλέπαμε στο σινεμά, είχαμε μάθει με τον αδελφό μου να μιμούμαστε την κραυγή του. Φυσικά παραπέμπει στην ελευθερία, για εμένα δεν υπάρχει πιο ελεύθερο πλάσμα από τον Ταρζάν τη στιγμή που πετάγεται από το ένα δένδρο στο άλλο. Αναρωτιέμαι με ποια λέξη θα τελειώσω το βιβλίο και νομίζω θα είναι η λέξη «ελευθερία».

– Πασχίσατε γι’ αυτή την ελευθερία στη ζωή σας;
– Ημουν πολύ στριμωγμένος τον τελευταίο καιρό με τις αρρώστιες. Στη ζωή μου δεν στερήθηκα την ελευθερία και την εποχή που εμείς είχαμε τη χούντα εδώ, στη Γαλλία είχαν τα μετά του Μάη του ’68 και ήταν τα πιο δημιουργικά χρόνια. Επωφελήθηκα αυτού του πράγματος, τις πόρτες τις βρήκα σχετικά ανοιχτές. Εάν σήμερα ένας ξένος που δεν είναι η μητρική του γλώσσα τα γαλλικά πάει στο Παρίσι και θέλει να γίνει δημοσιογράφος και πάει στη Monde, δεν είμαι βέβαιος ότι θα τον δέχονταν. Εμένα με δέχθηκαν. Ημουν 22 χρόνων παιδί και άρχισα αμέσως να κάνω κριτική βιβλίου. Δεν έχω υποφέρει ποτέ από κανενός είδους ρατσισμό.

– Πότε σκεφτήκατε να γράψετε;
– Από μικρό παιδί. Δεν είχα άλλη επιθυμία. Δώδεκα χρόνων ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ετοίμαζα βιβλιαράκια, σχεδίαζα το εξώφυλλο, έβαζα τον τίτλο. Ισως επειδή χαιρόμουν πολύ όταν διάβαζα.

– Τι παιδί ήσασταν;
– Ζωηρός και ψεύτης. Συστηματικός ψεύτης.

– Λευκά ψέματα;
– Ψέματα άσχετα. Δεν ήταν ψέματα για να γλιτώσω τιμωρία, έλεγα παραμύθια. Με ρωτούσαν από πού ήρθες και έλεγα ό,τι μπορείς να φανταστείς. Και έλεγα ότι θα μάθω και τα άλλα παιδιά να λένε ψέματα. Αυτή η τέχνη μου έμεινε, εξακολουθώ στα βιβλία μου να λέω ψέματα.

– Πού μεγαλώσατε;
– Στην Καλλιθέα. Ο πατέρας μου ήταν από τη Σαντορίνη, εξ ου και ο δεσμός με τη Σαντορίνη. Πολύ ωραίες μνήμες από μια Σαντορίνη της δεκαετίας του ’50. Και πολύ φτώχεια. Ο πατέρας μου δούλευε σε μια ασφαλιστική εταιρεία τα πρωινά, αλλά ήταν ηθοποιός. Είχε ξεκινήσει με τον Κουν, είχε παίξει στο θέατρό του τα πρώτα χρόνια και μετά έφτιαξε έναν δικό του θίασο, ο οποίος υπάρχει ακόμα, λέγεται «Ερασιτεχνική Σκηνή». Θυμάμαι τη μάνα μου να του ράβει κοστούμια για τον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου. Η μητέρα μου όταν ήμασταν μικροί αρρώστησε πολύ βαριά, κοντέψαμε να τη χάσουμε και έκτοτε ήταν πολύ ασθενική, δεν άντεχε πολλά. Ηταν όμως πολύ ευφυής, άνθρωπος της κουβέντας. Της άρεσε να πίνουμε καφέ και να τα λέμε. Καθόμασταν μία, μιάμιση ώρα και τα λέγαμε. Χώρια ο αδελφός μου, άλλη μία ώρα. Και λέγαμε πολλά. Δεν είχα ποτέ την εντύπωση ότι ήθελε να ανακατεύεται όμως. Ηταν πολύ διακριτικός άνθρωπος. Αφήναμε τα γράμματα από γκόμενες πάνω στα γραφεία και ήμασταν σίγουροι ότι δεν θα τα ανοίξει ποτέ. Ημουν δεμένος με τη μητέρα μου γιατί είχε το μεγάλο χάρισμα να ξέρει να ακούει. Δεν μιλούσε πολύ αλλά άκουγε. Και όταν ήταν να ρωτήσει κάτι, πάντα έκανε τις σωστές ερωτήσεις. Φοβερή τέχνη αυτό. Προσπαθώ να το εφαρμόζω και εγώ αλλά μάλλον το κάνω μιμούμενος τη μάνα μου, δεν ξέρω αν μου βγαίνει φυσικά. Στην Ελλάδα έχουμε μεγάλο πρόβλημα με αυτό το θέμα. Δεν ξέρουμε να ακούμε, θέλουμε μόνο να μιλάμε.

– Η σχέση με τον αδελφό σας;
– Ηταν μεγαλύτερος τρία χρόνια από μένα. Εχει πεθάνει δυστυχώς και μου λείπει πάρα πολύ ιδίως από τότε που αρρώστησα. Δεν ήμασταν κολλητοί, ούτε μοιάζαμε, αλλά άλλο είναι να ξέρεις ότι υπάρχει και άλλο ότι δεν υπάρχει. Είναι τεράστια και τραγική διαφορά. Ενα βράδυ ονειρεύτηκα ότι ήρθε στο κρεβάτι μου, εγώ ήμουν πλαγιασμένος με ένα σεντόνι κακήν κακώς σκεπασμένος και ήρθε από πάνω μου και πολύ ήσυχα έστρωσε το σεντόνι να με σκεπάσει ολόκληρο. Οταν ξύπνησα από αυτό το όνειρο ήμουν συγκινημένος, ότι είχε έρθει. Φαντάστηκα ότι θα περνούσαμε μαζί τη ζωή αλλά δεν έγινε. Ο Αρης. Και εκείνος με τη γλώσσα ασχολήθηκε, είχε σπουδάσει συγκριτική λογοτεχνία στο Παρίσι, διευθυντής στο Κέντρο Μετάφρασης και Διερμηνείας στην Κέρκυρα. Νομίζω εν μέρει το οφείλουμε και οι δύο στη μάνα, διότι ήθελε να είμαστε ακριβείς στη χρήση των λέξεων. Οποτε λέγαμε κάτι που δεν ήταν σωστό, μας έλεγε «ανοίξτε το λεξικό».

– Οι λέξεις σάς βοήθησαν ψυχικά;
– Οι λέξεις είναι η ζωή μου, επιπλέω σε ένα πέλαγος λέξεων. Οι λέξεις απέκτησαν μια δική τους αυτονομία στη ζωή μου, και λειτουργούσα στο διπλό σύμπαν της ελληνικής και της γαλλικής. Το συνειδητοποίησα όταν έμαθα αφρικανικά για το θέμα ενός βιβλίου μου. Η τριβή με αυτήν τη γλώσσα σε παραπέμπει στις γλώσσες που ξέρεις. Ετέθησαν μερικά ερωτήματα. Γιατί για παράδειγμα αυτή η γλώσσα δεν διαθέτει το ρήμα «έχω»; Γιατί απλώς δεν έχεις τίποτα. Είσαι με κάτι, αλλά το είσαι σχετίζεται με τον χρόνο. Είσαι σε ένα σπίτι όσο ζεις, δεν το έχεις. Γιατί βάζουν την άρνηση στο τέλος της πρότασης; Πρέπει να περιμένεις να τελειώσει ο άλλος τη φράση του για να καταλάβεις τι θέλει να πει. Αν το μήνυμά του είναι θετικό ή αρνητικό. Αυτό είναι ό,τι πρέπει για τους Ελληνες που δεν περιμένουν ποτέ τον άλλον να ολοκληρώσει τη φράση του.

Αν κάποιος κάνει τον έξυπνο, δεν μπορεί να γράψει καλή λογοτεχνία

– Πώς ήταν οι σχέσεις με τις γυναίκες;
– Καλές νομίζω. Εγώ ήμουν παντρεμένος 14 χρόνια με μια Γαλλίδα που εξακολουθώ να βλέπω και να αγαπώ πολύ και κάναμε μαζί δύο αγόρια. Ημουν και με μία Ελληνίδα δεκαπέντε χρόνια, με την οποία δεν ζήσαμε μαζί, αλλά ερχόμουν εγώ εδώ, εκείνη στο Παρίσι. Μάλλον αυτό είναι το χρονικό όριό μου για να αντέξω. Ηθελα πάντα να προστατεύω τον χώρο μου, το είχα ανάγκη αυτό. Οπότε έψαχνα σε μια γυναίκα την ανεξαρτησία για να μην με πολυπρήζει. Να είναι δηλαδή πολύ διακριτική, ήταν για εμένα ένας όρος. Δεν μπορούσα να ζήσω με μια γυναίκα αυταρχική, που κάνει κουμάντο φανερά ή υπογείως διά της σιωπής της, άλλο είδος πολύ διαδεδομένο. Και οι δύο γυναίκες ήταν διακριτικές και γλυκές, τρυφερές γυναίκες. Φίλες υπήρξαν πολλές κατά τ’ άλλα.

– Ο έρωτας βοηθούσε στη γραφή;
– Ισως κάποιες στιγμές και για κάποια βιβλία. Ο έρωτας από μόνος του είναι ένα μυθιστόρημα. Εγώ δεν ήθελα όμως να κάνω μυθιστόρημα τη ζωή μου. Είχα επίγνωση ότι το ενδιαφέρον μου είναι για το μυθιστόρημα. Συνειδητοποιώ ότι δεν πρέπει να ήμουν πολύ γοητευτικός άνθρωπος για μια γυναίκα. Δεν τις θεοποιούσα. Ακούγεται λίγο σκληρό. Στη δική μου ζωή η συγγραφή είχε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν ήμουν ιδανικός σύζυγος ή γκόμενος, καλούτσικος ήμουν. Θυμάμαι κάποτε μια συζήτηση που ρωτούσαν τι βάζουμε πάνω από όλα στη ζωή. Εξεπλάγησαν κάποιοι όταν εγώ τους απάντησα ότι βάζω πάνω από όλα τη λογοτεχνία.

– Ως πατέρας;
– Ο πατέρας μου ήταν πολύ σιωπηλός. Ζούσε εκτός οικογένειας, δεν τον πολυβλέπαμε σπίτι. Ηταν και αυτός μόνος. Δεν μπορεί να του προσάψει κανείς ότι είχε το θέατρο, γιατί αυτό ήταν η ζωή του. Την ημέρα έκανε καταναγκαστικά έργα ως ασφαλιστής και το βράδυ ζούσε στο θέατρο.

Περνούσαμε φτώχεια, τον θυμάμαι να κάνει τα πάντα για να έχουμε ένα πιάτο φαγητό. Σκέψου ότι δεν είχα φάει ποτέ παγωτό και το ζήλευα πολύ ως παιδί. Εμαθα, όμως, από νωρίς τον εαυτό μου να μην του αρέσουν τα παγωτά. Και δεν έφαγα ποτέ. Ούτε μετά όταν μπορούσα πια. Τα τελευταία δυο-τρία χρόνια άρχισα να τρώω παγωτά, χάρη στην εγγονή μου, που είναι έξι χρόνων, την Ελενίτσα. Και τώρα τρώμε μαζί. Η εγγονή μου με έφερε πίσω στην παιδική μου ηλικία. Εχω 4 εγγόνια, τρία αγόρια στη Γαλλία και την Ελένη εδώ στην Ελλάδα, στην οποία έχω τρομερή αδυναμία. Αν δεν δω την εγγονή μου, μου λείπει, τη σκέφτομαι. Δεν το φανταζόμουν ότι θα μου λείπει τόσο. Εγώ ως πατέρας ήμουν μονίμως κλεισμένος, δούλευα μονίμως, δεν ήμουν ο καλύτερος μπαμπάς. Το μόνο που ζητούσα από τα παιδιά ήταν να μην με ενοχλούν. Και αυτό είναι πολύ δύσκολο. Εμαθαν όμως τα παιδιά να είναι αυτόνομα και ανεξάρτητα. Τα είχα στο σπίτι πολλές ώρες γιατί η γυναίκα μου ήταν καθηγήτρια, εγώ δούλευα, αυτά έπαιζαν και ξαναβρισκόμασταν σε καμιά ώρα. Κάναμε συμφωνίες. Σαν να ωρίμασαν πολύ νωρίς τα παιδιά μου. Εγώ τους έκανα μετά μάθημα ελληνικών. Ο μεγάλος μου όλο έχει κάποια παράπονα, μοιραίο είναι να σου φταίει ο πατέρας σου σε κάποια πράγματα. Δίκιο έχει το παιδί, δεν ασχολήθηκα αρκετά.

– Πείτε μου ένα πλεονέκτημα για έναν συγγραφέα;
– Θεωρώ ότι ο συγγραφέας πρέπει να είναι αφελής. Να πιστεύει πρώτα και κύρια αυτά που ο ίδιος γράφει, να τον πείθει η αφήγησή του. Δεν είναι επάγγελμα για πολύ έξυπνους ανθρώπους. Πρέπει να είσαι παιδί για να γίνεις συγγραφέας. Αν κάποιος κάνει τον έξυπνο δεν γράφει καλή λογοτεχνία. Παίζουμε και λέμε ψέματα, αλλά αυτό είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Για εμένα είναι σημαντικό να υπάρχει και το χιούμορ, η πλάκα. Δεν μου αρέσουν οι σοβαροφανείς συγγραφείς που εξηγούν παντού το έργο τους κ.λπ., βαριέμαι. Θέλω να αντιμετωπίζω αυτήν τη δουλειά χωρίς καμία έπαρση. Κάνω δουλειά οικοδόμου. Τα βιβλία γράφονται σε σπίτια κλειστά, με κλειστά παράθυρα και κανέναν περισπασμό. Οταν δίνεις τον λόγο στη λογοτεχνία, οφείλεις να τη σέβεσαι.

– Γιατί δυσκολεύεστε πια να βρείτε συγγραφείς που να σας εκπλήσσουν;
– Γιατί βρίσκω ότι έχουν πνίξει τη φαντασία τους. Ολα μας τρομοκρατούν στο να πνίξουμε τη φαντασία μας. Εγώ προσπαθώ να τους θυμίσω ότι έχουν φαντασία και να την αφήσουν επιτέλους λίγο ελεύθερη. Μπροστά στη λευκή σελίδα είναι απολύτως ελεύθεροι. Φυσικά για να σταθείς γυμνός στη λευκή σελίδα πρέπει πολλά να ξεπεράσεις. Να ξεπεράσεις ό,τι έμαθες, και πάλι από την αρχή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ