ΒΙΒΛΙΟ

Τραγουδιστής πολλά εύμορφος νέον εύμορφο ερωτεύθη...

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
Τοπικοί Τροπικοί
εκδ. Αντίποδες, σελ. 88


Ο έρωτας ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου βιολογικού φύλου έδινε στα αρχαία χρόνια αθάνατους στίχους και πρόζα στην ελληνική γλώσσα. Οι συλλογές των ελληνόφωνων δημοτικών τραγουδιών, ωστόσο, τον αγνοούν. Και επειδή, βέβαια, ο έρωτας (κάθε προτίμησης) είναι ανίκητος στη μάχη, θα πρέπει να υποθέσουμε είτε πως η δημοτική μούσα αυτολογοκρίθηκε στην πορεία, για τον φόβο των χριστιανών, είτε πως οι καταγραφείς της φρόντισαν, εκ των υστέρων, να την «καθαρίσουν» από ό,τι θεωρούνταν απρεπές την εποχή των καταγραφών. Ο ποιητής-περφόρμερ και θεωρητικός της επιτέλεσης Μάριος Χατζηπροκοπίου (γεν. 1981) επινοεί στο υπό συζήτηση έργο του δημοτικοφανή ομοερωτικά ποιήματα, αποκαθιστώντας, τάχα, ένα σώμα που προϋποθέτει ως ακρωτηριασμένο. Πιάνει το νήμα από τον Γεώργιο Τερτσέτη. Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι «ο εξέχων τούτος Ζακύνθιος» συνέθεσε τραγούδια δημοτικοφανή κι ανάμεσά τους το «Η δικαία εκδίκησις»; Που αρχίζει ως εξής: «Τραγουδιστής πολλά εύμορφος νέον εύμορφο ερωτεύθη». Κατά τους μελετητές Καρυδάκη και Μπουκάλα, όπως τους παραθέτει ο Χατζηπροκοπίου, ο Τερτσέτης αντλεί εδώ από τον ποιητή της ελληνιστικής περιόδου Φανοκλή.

Μετά τον Τερτσέτη, κι αφήνοντας εύλογα ερωτήματα να πλανώνται, ο Χατζηπροκοπίου συνεχίζει σαν καλός μαθητής του Μπόρχες: όχι μόνον συνθέτει ο ίδιος ομοερωτικά δημοτικοφανή ποιήματα, αλλά τα πλαισιώνει κιόλας με ευρηματικό, δήθεν τεκμηριωτικό, υλικό. Επειδή το πράγμα έχει κάποιο σασπένς, που δεν θα πρέπει να πληγεί από την ανάγνωση του σημειώματος αυτού, αρκούμαστε να πούμε ότι η «τεκμηρίωση» ανάγεται, με τη βοήθεια μυθοπλασίας, στον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη. Τα ίδια τα δημοτικοφανή ποιήματα που συνθέτει ο Χατζηπροκοπίου είναι συγκινητικά: αυτό εκπλήσσει! Πώς, άραγε, μεταφέρεται αληθινή συγκίνηση μέσα από μιαν εντελώς παραδοσιακή φόρμα, εν γνώσει μας ότι πρόκειται για απομίμηση; Αυτό επιτυγχάνεται, νομίζω, με δύο τρόπους. Πρώτον, πρόκειται για τραγούδια στ’ αλήθεια καλοφτιαγμένα. Η προτίμησή μου γέρνει υπέρ ενός δήθεν σπαράγματος μοιρολογιού, που τιτλοφορείται «Του αγαπημένου Ι»: «Ανοίχτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ/ κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση». Αλλωστε, ένα από τα νήματα που συνέχουν το έργο του Χατζηπροκοπίου είναι και η απαγόρευση να θρηνηθεί ο ομοερωτικός εραστής. Δεύτερον, είναι ιδιοφυής η σκηνοθεσία: τα δημοτικοφανή αποτελούν μέρος μιας εξόφθαλμα επινοημένης μυθοπλαστικής «τεκμηρίωσης», στο πλαίσιο της οποίας συνυφαίνονται και συνομιλούν με άλλα ποιήματα, μοντερνιστικής τεχνοτροπίας. Πρόκειται για χρήσιμο μάθημα που ο Χατζηπροκοπίου δίνει σε όσους αγαπούν να υπηρετούν παραδοσιακές/παλαιές φόρμες στην ποίηση. Ναι, μας λέει, γίνεται, και μπορεί να πετύχει. Χρειάζεται όμως να θεατρίζεται, να ελαφραίνει.

Μολονότι πασχίζει διαρκώς ο ποιητής να βάλει δίκαια και τις γυναίκες στο παιχνίδι, η εξ αίματος προγονική γραμμή πατέρα, γιου, εγγονού συνέχει όλο το υλικό, «τεκμηριωτικό» και ποιητικό: «μπουκιές βενζίνη μες σε κάθε ρίζα δέντρου/ που ’χε φυτέψει ο γενάρχης, πριν λιώσει». Σε δύο σημεία η συγκίνηση του έργου, που ήδη ο Χατζηπροκοπίου δημόσια, «ζωντανά» επιτελεί με επιτυχία, κορυφώνεται. Πρώτα, στο «Του αγαπημένου ΙΙ»: το γνωστό «Funeral Blues» του Οντεν, σε εμπνευσμένη απόδοση, συνυφαίνοντας και το αγγλικό πρωτότυπο, έρχεται να ζευγαρώσει με το δημοτικοφανές σπάραγμα μοιρολογιού που προαναφέραμε. Επειτα, στην κατακλείδα: με τίτλο «Encore» (εύγλωττη αναφορά σε σκηνική παρουσία) και υπότιτλο «Ζαμπελίου συντριβή και δέος» (παραπέμποντας στο κατά Ελύτη ελεγείο της Οξώπετρας για τον Σολωμό). Ο Χατζηπροκοπίου συνθέτει για το τέλος ένα μεταμοντέρνο ελεγείο-κολάζ, με φράσεις αποσπασμένες από το εμβληματικό κείμενο «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ» του Επτανήσιου λόγιου, επιτελώντας σπαραχτικό θρίαμβο επί του παραδοσιοκράτη προπάτορα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ