ΘΕΑΤΡΟ

Ενας εξαιρετικός «Δον Ζουάν» που γοητεύει το κοινό

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, του Δον Ζουάν και του Σγαναρέλου, ερμηνεύουν ο Νίκος Κουρής (αριστερά) και ο Μάκης Παπαδημητρίου, οι οποίοι συνιστούν ένα έξοχο δίδυμο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Απρόσμενα καλή ήταν η παράσταση του «Δον Ζουάν» που σκηνοθέτησε ο Θέμης Μουμουλίδης – απρόσμενα, γιατί συνήθως οι παραστάσεις του καλοκαιριού, που δημιουργούνται για να περιοδεύσουν ανά την επικράτεια, υπακούουν σε ευκολίες και εμπορικά κριτήρια στην επιλογή των πρωταγωνιστών. Σε αυτόν τον «Δον Ζουάν», ωστόσο, μόνον η επιλογή της Ζέτας Μακρυπούλια για τον ρόλο της Ελβίρας μπορεί να θεωρηθεί υποχώρηση σε όρους που δεν αφορούν την καλλιτεχνική ποιότητα. Δεν είναι κακή, αλλά υπάρχουν άλλες ηθοποιοί που θα μπορούσαν να αποδώσουν με μεγαλύτερο βάθος τον ρόλο αυτής της γυναίκας που παρουσιάζει δύο διαφορετικές πτυχές του προδομένου, ερωτευμένου υποκειμένου: στη μία, ως «θύμα» καταγγέλλει την άθλια συμπεριφορά του Δον Ζουάν, που την αποπλάνησε και την παράτησε. Στην άλλη, αναγνωρίζοντας τη σημασία της εμπειρίας που βίωσε, αποδέχεται ότι η ίδια θέλησε να αποπλανηθεί, αναλαμβάνοντας το τίμημα της επιλογής της.

Αλλά μικρό το κακό σε μια παράσταση που τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, του Δον Ζουάν και του Σγαναρέλου (του υπηρέτη του) ερμηνεύουν ο Νίκος Κουρής και ο Μάκης Παπαδημητρίου. Ο πρώτος στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του καταφέρνει να δείξει πόσο σύγχρονος στον κυνισμό του είναι αυτός ο άνδρας, που τολμά να ζει υπό το καθεστώς της Επιθυμίας, δηλαδή κυνηγώντας αυτό που ποτέ δεν ικανοποιείται, που ποτέ δεν πληρούται. Ο Δον Ζουάν αλώνει με ψυχαναγκαστικό ναρκισσισμό όποια γυναίκα βρεθεί στον δρόμο του για την ηδονή της αποπλάνησης και μόνο. Το παράδοξο είναι ότι ενώ αρνείται την επανάληψη με την ίδια γυναίκα, επαναλαμβάνεται με δυνάμει άπειρες γυναίκες.

Μπορείς να ταξιδεύεις διαρκώς, μένοντας ακίνητος. Μπορείς να κινείσαι διαρκώς και να μην πηγαίνεις πουθενά. Ο Δον Ζουάν είναι παιδί της πιο υψηλής φιλοσοφικής σκέψης, πριν και μετά την εποχή του συγγραφέα του. Μεταξύ άλλων, του Κίρκεγκορ που στο περίφημο «Ημερολόγιο ενός Διαφθορέα» εμβαθύνει στο «φαινόμενο» Δον Ζουάν. Ενα απόσπασμα του Δανού φιλοσόφου από το «Είτε/Είτε», ωστόσο, μου φαίνεται ταιριάζει καλύτερα στον μηδενισμό του ήρωα: «Παντρέψου, θα το μετανιώσεις. Μην παντρευτείς, πάλι θα το μετανιώσεις. Παντρέψου ή μην παντρευτείς, και για τα δύο θα μετανιώσεις. Είτε  παντρευτείς είτε  δεν παντρευτείς, θα μετανιώσεις και για τα δύο. Γέλα με την τρέλα του κόσμου, θα το μετανιώσεις. Κλάψε γι’ αυτήν, πάλι θα το μετανιώσεις. Είτε γελάσεις με την τρέλα του κόσμου είτε κλάψεις γι’ αυτήν, θα μετανιώσεις […]». Κι αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο με εξέχοντες θεατρικούς δημιουργούς όπως ο Μολιέρος. Τριάντα από τα 50 χρόνια που έζησε, έγραφε κι έπαιζε θέατρο. Πώς γίνεται και μέσω της «ταπεινής» σκηνικής τέχνης, 350 χρόνια μετά, οδηγεί τους πιο ανήσυχους θεατές σε κορυφαίους διανοητές; Στον Μοντένιο, στον Κίρκεγκορ, στον Βιτγκενστάιν, στον Σαρτρ, στον Καμύ;

Το διατυπώνει καλά ο Χάρολντ Μπλουμ στον «Δυτικό Κανόνα»: στις κωμωδίες του Μολιέρου η αλήθεια είναι πάντα σχετική, καθώς τη διεκδικούν αντίπαλα υποκείμενα ή σχολές σκέψης. «Το υψηλό κωμικό όραμα, όταν ενεργοποιείται προς όλες τις κατευθύνσεις (όπως στον Μολιέρο) είναι σαφώς ανησυχητικό και τελικώς τρομακτικό» γράφει. Εν προκειμένω δεν είναι μόνο ο Δον Ζουάν που προκαλεί ταραχή και σύγχυση – είναι ρομαντικός επαναστάτης, απελπισμένος κυνικός ή απλώς ένα άθλιο υποκείμενο που τίποτα δεν σέβεται, ποδοπατά ανθρώπους και βλασφημεί τα θεία;

Είναι και ο Σγαναρέλος, που αναγκαστικά υπηρετεί κοσμοθεωρία του, και την ίδια στιγμή την αρνείται. Ζει μέσα από τον κύριό του την περιπέτεια (λέξη που εμπεριέχει, και ετυμολογικά, την πτώση), προσπαθώντας ταυτόχρονα να υπερασπιστεί την «ασφάλεια» των κυρίαρχων ηθικών αρχών. Αν δεν ήταν το βασικό κωμικό πρόσωπο του έργου στην παράδοση των υπηρετών της ιταλικής κωμωδίας, αυτός, ο πεινασμένος Σγαναρέλος, γοητευμένος και διχασμένος από ιδέες που δεν ταιριάζουν στην ταπεινή καταγωγή του, θα ήταν το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας. Γιατί ισχύει αυτό που σημειώνει ο Ρολάν Μπαρτ: «Τι είναι ήρωας; Είναι αυτός στον οποίο ανήκει η τελευταία ατάκα» («Αποφθέγματα του Ερωτικού Λόγου») και στον «Δον Ζουάν» την τελευταία ατάκα τη λέει ο Σγαναρέλος μπροστά στον νεκρό κύριό του: «Τους μισθούς μου! Τους μισθούς μου!». Οι ηθικολόγοι τυπικά δικαιώνονται με τον «υπερφυσικό» θάνατο του Δον Ζουάν στο φινάλε, αλλά η αμφισβήτησή τους συνεχίζεται μέσα από τρεις λέξεις του υπηρέτη του. Ο ίδιος, δύο σελίδες πριν, με τον κωμικό μονόλογο της 2ης  σκηνής της τελευταίας πράξης, αδειάζει παιγνιωδώς τη διαλεκτική σκέψη και τους ρητορικούς «αγώνες» των προηγούμενων πράξεων: αφορισμό τον αφορισμό, ο Σγαναρέλος συναντά τον Δον Ζουάν στο σημείο μηδέν του Ορθού Λόγου.

Ηταν σοφή επιλογή του σκηνοθέτη να αναθέσει τον ρόλο του Σγαναρέλου σ’ έναν έξυπνο ηθοποιό, τον Μάκη Παπαδημητρίου. Μαζί με τον Νίκο Κουρή αποτελούν ένα έξοχο δίδυμο. Μαζί τους, οι νεότεροι, ταλαντούχοι ηθοποιοί της διανομής, ο Γιάννης Σοφολόγης, η Ηρώ Μπέζου, ο Μιχάλης Τιτόπουλος, η Ελίζα Σκολίδη, ο Ιωάννης Καπελέρης, εκτός από τους ρόλους που ερμηνεύουν, συμπληρώνουν τη σκηνική δράση ως θίασος ζωντανών μαριονετών που παρακολουθεί βωβός την ανταλλαγή επιχειρημάτων των πρωταγωνιστών, δηλαδή του Δον Ζουάν με αυτούς που εκπροσωπούν τους «στυλοβάτες» της κοινωνίας. Αν η παράσταση δεν ήταν ανοιχτών χώρων, η υψηλή θεατρικότητα πολλών σκηνών του έργου, που εξελίσσονται σαν θέατρο (της κοινωνίας) μέσα στο «πραγματικό» θέατρο, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ακόμα περισσότερο με τη συμβολή της ωραίας μουσικής του Νίκου Πλατύραχου και της κινησιολογίας της Σεσίλ Μικρούτσικου.

Μπράβο στην Παναγιώτα Πανταζή για την εξαιρετική απόδοση στην ελληνική του μολιερικού αριστουργήματος – εμπεριέχεται στο πλούσιο ως προς το περιεχόμενο, και καλαίσθητο, πρόγραμμα-τόμο της παράστασης. Αν βρεθεί στον δρόμο σας, σε κάποια πόλη της περιφέρειας ή σε κάποιο θέατρο της Αθήνας, δεν θα μετανιώσετε αν δείτε αυτόν τον «Δον Ζουάν». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ