ΕΛΛΑΔΑ

«Οι Ελληνες δεν έχουμε κολυμβητική παιδεία»

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

«Ο ναυαγοσώστης δεν βρίσκεται εκεί μόνον για να επέμβει, αλλά και για να παρέμβει πριν από το περιστατικό», υπογραμμίζει η Μάνια Μπικώφ, από τους πρώτους ναυαγοσώστες στην Ελλάδα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Γιατί μια «θαλασσινή» χώρα όπως η Ελλάδα μετράει, σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές, περίπου 400 θανάτους κάθε χρόνο στη θάλασσα; Γιατί, στις παραλίες της, συναντάς συχνά ανθρώπους από χώρες χωρίς μεγάλη ακτογραμμή να κολυμπούν πολύ πιο άνετα και, συνήθως, πολύ πιο προσεκτικά από τους ντόπιους;

«Οι Ελληνες δεν έχουμε κολυμβητική παιδεία, όπως αυτή που έχουν οι Κεντροευρωπαίοι που η κολύμβηση υπάρχει ως μάθημα από τις πρώτες βαθμίδες εκπαίδευσης. Αυτή η έλλειψη, σε συνδυασμό με το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας και το στρεβλό νομικό πλαίσιο αναφορικά με τους ναυαγοσώστες, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ατυχήματα». Αυτό επισημαίνει στις «Σαββατιάτικες Συναντήσεις» η Μάνια Μπικώφ, πιθανότατα η γυναίκα με τα πρώτα ένσημα ως επαγγελματίας ναυαγοσώστρια στη χώρα μας.

Η γνωριμία της γεννημένης στα Χανιά Μπικώφ με τη ναυαγοσωστική οφείλεται σε... αμερικανικό δάκτυλο. Οπως αφηγείται, «η ναυαγοσωστική στη χώρα μας, ουσιαστικά, ξεκίνησε μετά από πιέσεις των Αμερικανών που βρίσκονταν στις βάσεις στην Ελλάδα και οι οποίοι θεωρούσαν αυτονόητο να υπάρχει κάποια ασφάλεια στις παραλίες». Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι πύργοι στήθηκαν στην Αττική, λόγω της βάσης του Ελληνικού, και στην Κρήτη. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, άλλωστε, δεν υπήρχε καν σχετικό νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα. Η Μπικώφ, που τότε ήταν αθλήτρια πόλο στον Ν.Ο. Χανίων, ήταν μεταξύ των νεαρών με αντοχές και ικανότητα κολυμβητική που επελέγησαν για να αποτελέσουν την πρώτη ομάδα ναυαγοσωστών. Μια ιδιότητα που η ίδια ουδέποτε εγκατέλειψε έκτοτε, παράλληλα με την επαγγελματική της πορεία στο πόλο, που της έφερε διεθνείς διακρίσεις αλλά και συμμετοχή στην εθνική ομάδα.

Παρά την τεράστια σε έκταση ακτογραμμή μας, η Μπικώφ έχει διαπιστώσει ότι σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δεν ξέρει να κολυμπά αλλά μόνον να... τσαλαβουτά, όπως λέει: «Κάποιοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους στο κολυμβητήριο ή δεν είναι σε περιοχές κοντά σε θάλασσα, δεν έχουν δηλαδή τη δυνατότητα να μάθουν σωστή κολύμβηση. Ως αποτέλεσμα, στη δύσκολη στιγμή, σε ένα κύμα, σε ένα ρεύμα, δεν ξέρουν φυσικά πώς να αντιδράσουν».

Η συζήτησή μας γίνεται ύστερα από ένα μπαράζ ειδήσεων, σύμφωνα με τις οποίες, πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μόνον την περασμένη Κυριακή. «Τα τεράστια νούμερα, που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα ως μάστιγα, δεν είναι όλα πνιγμοί με την ξεκάθαρη έννοια του πνιγμού, άνθρωποι δηλαδή που περνούν τα στάδια του πνιγμού και καταλήγουν. Συχνότατα τα αίτια των θανάτων είναι άλλα, παθολογικά», διευκρινίζει η διεθνής εκπαιδεύτρια ναυαγοσωστικής και εκ των ιδρυτών, μαζί με τον σύζυγό της, γνωστής σχολής ναυαγοσωστικής στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα περισσότερα περιστατικά αφορούν είτε εφηβικές - νεανικές είτε τις μεγαλύτερες ηλικίες και, κατ’ εξοχήν, τους άνδρες, οι οποίοι εμφανίζονται περισσότερο απερίσκεπτοι και, τελικά, είναι τα τρία στα τέσσερα θύματα. «Επίσης έχουμε διπλούς και τριπλούς πνιγμούς, και πάλι λόγω ιδιοσυγκρασίας», σημειώνει η Μπικώφ, εξηγώντας πως «ναι μεν δεν είμαστε καλά εκπαιδευμένοι στην κολύμβηση, αλλά δεν είμαστε και αδιάφοροι. Ετσι, εάν δούμε ένα περιστατικό, μπαίνουμε να βοηθήσουμε και, τελικά, πνιγόμαστε και εμείς».

Η ίδια επιμένει και στη σημασία του πλαισίου για την παρουσία των ναυαγοσωστών: «Η ναυαγοσωστική είναι πρόληψη και, ως γνωστόν, η πρόληψη σώζει ζωές. Ο ναυαγοσώστης δεν βρίσκεται εκεί μόνον για να επέμβει αλλά και για να παρέμβει πριν από το περιστατικό. Σφυρίζει, μιλάει, ενημερώνει, θα κάνει παρατήρηση σε κάποιον που κινείται επικίνδυνα. Οταν δεν υπάρχει, αφενός το προληπτικό στοιχείο εξαφανίζεται, αφετέρου δεν υπάρχει κάποιος στην παραλία να αναγνωρίσει εγκαίρως ένα επικίνδυνο περιστατικό». «Το σημερινό πλαίσιο υπάρχει μόνον για να εξυπηρετεί τους επιχειρηματίες που παίρνουν την εκμετάλλευση των παραλιών», σημειώνει, εξηγώντας ότι προβλέπει την ύπαρξη ενός ναυαγοσώστη (και όχι ομάδας) σε ένα, ούτως ή άλλως, μεγάλο χώρο ευθύνης (ανά 400 μέτρα ακτής και σε βάθος 200 μέτρων στο νερό) και ανεξαρτήτως της επισκεψιμότητας της παραλίας, εάν δηλαδή αυτή συγκεντρώνει κάποιες δεκάδες ή κάποιες χιλιάδες άτομα. Το πλέον εξωφρενικό, ωστόσο, είναι ότι το ωράριο εργασίας των ναυαγοσωστών ορίζεται μέχρι τις 17.30 το απόγευμα, την ώρα δηλαδή που πολλές οικογένειες πηγαίνουν ή παραμένουν στις παραλίες.

Μητέρα τεσσάρων παιδιών, η Μπικώφ είναι σαφής: «Οφείλουμε να εστιάσουμε στις μικρές ηλικίες, να γνωρίζουν τους κινδύνους που περικλείει το νερό, να μάθουν σωστό κολύμπι αλλά και τι να κάνουν σε μια δύσκολη στιγμή.... Δεν χρειάζεται κάποιος να ξέρει ελεύθερο, ύπτιο ή πρόσθιο. Πρέπει, όμως, να ξέρει ότι όποια δυσκολία του τύχει στο νερό, εάν γυρίσει στην ύπτια θέση και χαλαρώσει θα μείνει στην επιφάνεια, κερδίζοντας χρόνο μέχρι να έρθει βοήθεια».

Κοιτάζοντας το φωτογραφικό άλμπουμ της ζωής της Μπικώφ, το μάτι μου πέφτει πάνω στις φωτογραφίες της από τον χειμώνα του 2015, στη Λέσβο. Εκεί όπου βρέθηκε και η ίδια ως επικεφαλής της εθελοντικής ομάδας SAVELIFE της Lifeguard Hellas, σε μια ενστικτώδη κίνηση μετά τις τραγικές εικόνες των χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών που έδιναν αγώνα ζωής και θανάτου για να περάσουν από την Τουρκία στην Ευρώπη. «Στη δική μου ψυχή, και νομίζω όλων, διότι ήμασταν πάνω από 200 ναυαγοσώστες που μετακινηθήκαμε εθελοντικά στο νησί, ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά μας. Σε μια εποχή, τέλη 2015 - αρχές 2016, που οι ροές ήταν τεράστιες και η ανθρώπινη ζωή, η συγκεκριμένη ανθρώπινη ζωή όσων έρχονταν δεν είχε καμία αξία, ήταν και παραμένει η πιο συγκλονιστική κατάσταση που αντιμετωπίσαμε», σημειώνει για να προσθέσει: «Ενιωθες πως οι γνώσεις σου, τα χέρια σου, πραγματικά, έσωζαν ζωές, δεκάδες ζωές σε δευτερόλεπτα». Και ακολούθησαν η Μάνδρα και, πέρυσι, τέτοιες ημέρες, το Μάτι, όπου η ομάδα δήλωσε ξανά παρούσα. «Οταν έχεις πάρει την απόφαση ότι δεν είμαι αδιάφορος για το τι συμβαίνει δίπλα μου, ότι δεν ζω μόνος μου, δεν μπορείς να λείπεις. Σε αυτή την πορεία της ζωής, πρέπει να κάνεις το καλό. Ή, αν το συναντήσεις, να το πολλαπλασιάζεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ