ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί, άραγε, η τηλεόραση και ιδιαίτερα τα τηλεοπτικά σκουπίδια να διαμορφώσουν τις πολιτικές μας επιλογές; Nαι, επισημαίνουν ειδικοί που πραγματοποίησαν έρευνα για τη σχέση τηλεόρασης και πολιτικής ζωής στην Ιταλία, παρουσιάζοντας στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ψυχαγωγική τηλεόραση χαμηλής ποιότητας έστρωσε με ρόδα τον δρόμο των λαϊκιστών και της πολιτικής τους.

Παλιότερα, στα ιταλικά τηλεοπτικά υπερβραχέα ραδιοκύματα κυριαρχούσε το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο RAI, που έχαιρε τεράστιας εκτίμησης. Τη δεκαετία του 1980, ωστόσο, ένα επιθετικό και απλοϊκό τηλεοπτικό δίκτυο, η Mediaset κατάφερε να ενταχθεί στην τηλεοπτική αγορά και να επεκταθεί σε όλη τη χώρα, αγοράζοντας μικρούς τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, υπονομεύοντας αποτελεσματικά την εκπαιδευτική αποστολή της RAI, εκπέμποντας υπερβολική δόση κινούμενων σχεδίων, αθλητικών εκπομπών, σαπουνόπερων, κινηματογραφικών ταινιών και άλλων μορφών «ελαφράς» ψυχαγωγίας.

H αξιολόγηση

Μέχρι το 1990, οι 49 στους πενήντα Ιταλούς σε όλη τη χώρα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις εκπομπές της Mediaset. Αυτό το ασυνήθιστο γεγονός επέτρεψε σε μία ομάδα Ιταλών οικονομολόγων να συγκρίνουν πόλεις που από την αρχή διέθεταν πρόσβαση στη Mediaset με κάποιες άλλες, που απέκτησαν το τηλεοπτικό της σήμα πολύ αργότερα, αξιολογώντας με αυτό τον τρόπο πως κατά τι περισσότερα χρόνια έκθεσης σε τηλεοπτικά σκουπίδια, μπορούν να διαμορφώσουν τις πολιτικές επιλογές ενός κοινωνικού συνόλου.

Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αδιαμφισβήτητα και μάλλον ανησυχητικά. Οπως αναφέρει η επιθεώρηση American Economic Review, οι Ρούμπεν Ντουράντε, του πανεπιστημίου Pompeu Fabra της Βαρκελώνης, Πάολο Πινότι, του πανεπιστημίου Bocconi του Μιλάνου και Αντρέα Τεσέι, του πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, ανέλυσαν τα στοιχεία τηλεοπτικών εκπομπών προκειμένου να αποδείξουν ότι μεγαλύτερη έκθεση στα άνευ ουσιαστικού ενδιαφέροντος προγράμματα της Mediaset προκάλεσε σημαντική ενίσχυση λαϊκιστών υποψηφίων, που πρότασσαν απλοϊκά μηνύματα δίνοντας εύκολες απαντήσεις. Πολλοί, βέβαια, θα πιστέψουν ότι η συμβολή των τηλεσκουπιδιών στην άνοδο του λαϊκισμού έχει μία προφανή αιτία, καθώς οι πάντες γνωρίζουν ότι ιδρυτής και ιδιοκτήτης της Mediaset είναι ο πασίγνωστος λαϊκιστής πολιτικός και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ωστόσο, οι ερευνητές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να αποδείξουν ότι αυτή η σχέση τηλεόρασης-πολιτικής επιλογής δεν αφορά μόνο τον Μπερλουσκόνι. Αντιθέτως, παρόμοια ενίσχυση της υποστήριξης καταγράφηκε και όσον αφορά τους λαϊκιστές ανταγωνιστές του, το Κίνημα των 5 Αστέρων, που γεννήθηκε μέσα από το μπλογκ ενός κωμικού ηθοποιού, του Μπέπε Γκρίλο, πριν από δέκα χρόνια. Το αντισυστημικό κίνημα εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο μεμονωμένο κόμμα του ιταλικού Κοινοβουλίου, κατά την περυσινή εκλογική αναμέτρηση.


O Σίλβιο Μπερλουσκόνι (στο μέσον) κατάφερε να μετατρέψει ένα απλοϊκό τηλεοπτικό δίκτυο, τη Mediaset, σε κολοσσό με τεράστια απήχηση στην Ιταλία.

Eίναι αξιοσημείωτο ότι η συμβολή της τηλεόρασης στην επιτυχία των λαϊκιστών, παραδόξως, οφείλεται στις ψυχαγωγικές εκπομπές και όχι σε αυτές που διαθέτουν πολιτικό μήνυμα. Αλλωστε, είναι ενδεικτικό ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, όταν κάποιες περιοχές είχαν μεγαλύτερη έκθεση στις εκπομπές της Mediaset, συγκριτικά με άλλες, ούτε το τηλεοπτικό δίκτυο, ούτε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχαν ενταχθεί στον πολιτικό στίβο.

Για τις ανάγκες της έρευνας και προκειμένου να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι ερευνητές ψηφιοποίησαν παλιά τηλεοπτικά προγράμματα εφημερίδων, δείχνοντας ότι η Mediaset προσέφερε τελικά στο τηλεοπτικό κοινό τριπλάσιες ώρες προβολής ταινιών και ψυχαγωγικών εκπομπών συγκριτικά με τη RAI. Την ίδια στιγμή το τηλεοπτικό δίκτυο απέφευγε στρατηγικά τα ειδησεογραφικά και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Δεν είναι πρώτη φορά που εκπονείται μελέτη για τις βλαβερές συνέπειες της τηλεόρασης. Ο Μπέντζαμιν Ολκεν, καθηγητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), πρωτοπόρος στην ανάλυση των τηλεοπτικών δεδομένων που χρησιμοποίησε η ιταλική ομάδα, επισημαίνει ότι η έρευνα προσθέτει νέα στοιχεία «ότι τα τηλεοπτικά δίκτυα που δεν εκπέμπουν αμιγώς πολιτικές εκπομπές, μπορεί τελικά να επηρεάσούν τις πολιτικές μας επιλογές».

Προσοχή στα παιδιά

Πολλοί γονείς νιώθουν μπερδεμένοι όταν έρχονται αντιμέτωποι με το ερώτημα «πόση τηλεόραση πρέπει να παρακολουθούν τα παιδιά;». Πρόσφατα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέδωσε νέες συστάσεις για την έκθεση των παιδιών πέντε ετών ή μικρότερων στις οθόνες, είτε αυτές είναι της τηλεόρασης, της ταμπλέτας, του κινητού τηλεφώνου, του υπολογιστή ή των παιχνιδιών βίντεο. Σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες, παιδιά από δύο έως τεσσάρων ετών δεν πρέπει να κάθονται μπροστά σε οποιαδήποτε οθόνη για περισσότερο από μία ώρα την ημέρα, ενώ αυτό θεωρείται απαγορευτικό για βρέφη και για νήπια μικρότερα του ενός έτους. Ο ΠΟΥ επισημαίνει στην ανακοίνωσή του ότι είναι πολύ σημαντικότερες οι παιδικές δραστηριότητες μακριά από την τεχνολογία, όπως η ανάγνωση, τα παραμύθια, τα τραγούδια και τα παζλ και ασφαλώς ο καλός, ποιοτικός ύπνος, καθώς όλα αυτά συμβάλλουν στην παιδική ανάπτυξη. Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρεία, εξάλλου, συνιστά περιορισμό του χρόνου που περνούν τα παιδιά, από δύο ώς πέντε χρόνων μπροστά σε κάποια οθόνη, σε μία ώρα ημερησίως. Τα μικρότερα νήπια, 18 έως 24 μηνών, πρέπει να έχουν πολύ περιορισμένη πρόσβαση στη νέα τεχνολογία και αυτή να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για προγράμματα υψηλής ποιότητας, όπως είναι το Sesame Street. Τα βρέφη που είναι μικρότερα των 18 μηνών δεν πρέπει να έχουν καθόλου πρόσβαση σε οθόνες.


Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι είναι πολύ σημαντικότερες για τα παιδιά δραστηριότητες μακριά από την τηλεόραση, όπως η ανάγνωση.

Μεγαλύτερη η επίδραση στους κάτω των 10 και άνω των 55 ετών

Στην ιταλική έρευνα που συνδέει τα τηλεσκουπίδια και την άνθηση του λαϊκισμού, οι επιστήμονες αρχικά απέδειξαν ότι το τηλεοπτικό πρόγραμμα της Mediaset ήταν χαμηλότερης ποιότητας για το γενικό κοινό.

Ετσι διαπίστωσαν ότι η εκλογική επίδραση του χαμηλής ποιότητας τηλεοπτικού προγράμματος ενισχύθηκε στις δύο ομάδες που το παρακολουθούσαν με μεγαλύτερη προσήλωση: στους τηλεθεατές που ήταν μικρότεροι των δέκα ετών και εκείνους που ήταν 55 ετών ή μεγαλύτεροι. Καθώς περνούσαν τα χρόνια τηλεθέασης και οι δύο ομάδες κατέληξαν να υποστηρίζουν λαϊκιστές πολιτικούς, αν και για διαφορετικούς λόγους.

Οι νέοι που παρακολουθούσαν το πρόγραμμα της Mediaset, κατά τη διάρκεια των ετών της διάπλασης της προσωπικότητάς τους, επισημαίνει ο Ρούμπεν Ντουράντε, εξελίχθηκαν σε «γνωσιακά απλοϊκότερα άτομα, με μικρότερη κοινωνική αντίληψη» συγκριτικά με συνομηλίκους τους που είχαν πρόσβαση στη δημόσια τηλεόραση και σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, κατά την ίδια περίοδο.


Ο Αμερικανός νυν πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ το «μακρινό» 2004, όταν ήταν παρουσιαστής ριάλιτι σόου με μεγάλη τηλεθέαση.

Ο Ντουράντε επισημαίνει ότι η έκθεση σε τηλεσκουπίδια είχε ένα σημαντικό αναπτυξιακό κόστος. «Κάθε ώρα που δαπανά κάποιος παρακολουθώντας τηλεόραση, είναι μία ώρα μακριά από το διάβασμα ενός βιβλίου, μακριά από το παιχνίδι στην ύπαιθρο και την κοινωνικοποίηση με άλλα παιδιά». «Λυπάμαι», λέει, «αλλά αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στο είδος του ανθρώπου που τελικά εξελίσσεσαι».

Σε ένα διεθνές τεστ που πραγματοποιήθηκε το 2012, οι Ιταλοί ενήλικες από περιοχές όπου είχαν εκτεθεί στα προγράμματα της Mediaset, πριν κλείσουν τα δέκα τους χρόνια, τα κατάφεραν χειρότερα σε δοκιμασίες ανάγνωσης και μαθηματικών συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους. Επίσης, ήταν λιγότερο πολιτικά δραστήριοι και είχαν μικρότερη κοινωνική συνείδηση.

Δεν είναι, λοιπόν, απορίας άξιον πώς αυτές οι γυναίκες και αυτοί οι άνδρες που παρακολουθούσαν εμμονικά τα τηλεσκουπίδια της Mediaset, σαγηνεύθηκαν από τον Μπερλουσκόνι και αργότερα από το Κίνημα των 5 Αστέρων. Αλλωστε, και οι δύο χρησιμοποιούσαν απλούστερη γλώσσα στις ομιλίες τους και στις πλατφόρμες τους.

Οταν η Mediaset προσέφερε τακτικό ειδησεογραφικό πρόγραμμα, στις αρχές του 1990, οι πιο ηλικιωμένοι τηλεθεατές είχαν αποκτήσει τέτοιο εθισμό στα ευτελή προγράμματά της ώστε ήταν πιθανότερο να παρακολουθήσουν και τα ειδησεογραφικά δελτία της, παρά αυτά άλλων καναλιών ενδίδοντας έτσι στις λαϊκιστικές κορώνες.

Οι εκλογές του 1994

Ο Μπερλουσκόνι κατά την εκλογική αναμέτρηση του 1994 κυριάρχησε στην τηλεοπτική κάλυψη, αφού μία σειρά σκανδάλων προκάλεσε την κατάρρευση της συντηρητικής κυβέρνησης, εμπνέοντας τον επιχειρηματία και λαϊκιστή δημαγωγό να ριχτεί στον πολιτικό στίβο. Οι πιο ηλικιωμένοι τηλεθεατές παρακολουθούσαν μανιωδώς τις ειδήσεις και την προεκλογική του εκστρατεία.

Αυτό το συμπέρασμα απηχεί μία άλλη ανάλυση, του 2017, που χρησιμοποίησε τα τηλεοπτικά προγράμματα προκειμένου να αποδείξει ότι το τηλεοπτικό κανάλι Fox News ενίσχυσε τους Ρεπουμπλικανούς κατά μισή εκατοστιαία μονάδα το 2000, δίνοντας ένα πλεονέκτημα 8 εκατοστιαίων μονάδων το 2008.

Η τηλεόραση δεν έκανε πιο συντηρητικούς τους ψηφοφόρους στην Ιταλία. Αντιθέτως, φαίνεται ότι τους κατέστησε πιο ευάλωτους στην αντικαθεστωτική ρητορική που επιλέγουν οι λαϊκιστές ηγέτες όλου του πολιτικού φάσματος. Κατά τη διάρκεια του 1990 και στις αρχές του 2000, ο Μπερλουσκόνι «βρισκόταν στην ιδανική θέση για να επωφεληθεί από την έκπτωση των γνωσιακών δεξιοτήτων και της κοινωνικής δραστηριοποίησης» που προκάλεσαν τα τηλεσκουπίδια του, αναφέρουν οι ερευνητές, αλλά το 2013 εκτοπίστηκε τελικά από τους αντάρτες του Κινήματος των 5 Αστέρων, των οποίων η ισχυρή λαϊκιστή ρητορική κέρδισε τους επηρεασμένους από τη Mediaset ψηφοφόρους, που είχαν εγκαταλείψει τον Μπερλουσκόνι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ