Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οπότε και διατέθηκε στην αγορά, έχει πουλήσει περισσότερα από 350 εκατ. κομμάτια. Η λύση του έχει απασχολήσει μερικά από τα πιο λαμπρά μυαλά του πλανήτη, έχουν γραφτεί εκατοντάδες εγχειρίδια με οδηγίες επίλυσής του και τα βίντεο στο YouTube με ανθρώπους που λύνουν τον κύβο του Ρούμπικ έχουν εκατομμύρια views. 

Ποιος είναι όμως ο άνθρωπος πίσω από αυτό το εμβληματικό παιχνίδι; Συνάντησα τον Έρνο Ρούμπικ με την ευκαιρία της παρουσίας του στο φετινό Summer Nostos Festival, που πραγματοποιήθηκε για πέμπτη χρονιά στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Ο «πατέρας» του διασημότερου κύβου της σύγχρονης ιστορίας έκλεισε στις 13 Ιουλίου τα 75 του χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος ευγενής, χαμηλών τόνων, εύστροφος, με χιούμορ. Απολαμβάνει, λέει, το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, παρότι δυσφορεί λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας στριφογυρίζει στα χέρια του τον αγαπημένο του κύβο, χωρίς να χαλά ή να φτιάχνει τις πλευρές του. Παραδέχεται ότι τον χρησιμοποιεί συχνά για να απασχολεί τα χέρια του και έχει πάντα έναν μαζί του στα ταξίδια του, ειδικά αν πρόκειται να συναντήσει δημοσιογράφους ή να απευθυνθεί σε κοινό, «γιατί αλλιώς δεν θα ξέρουν ποιος είμαι», λέει γελώντας.

Ο Έρνο Ρούμπικ γεννήθηκε στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας, όπου και έχει ζήσει όλη του τη ζωή. Ο πατέρας του ήταν μηχανικός ανεμοπλάνων και η μητέρα του ποιήτρια. Ίσως αυτό να εξηγεί την αγάπη του για τη μηχανική, την αρχιτεκτονική και την τέχνη. Παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής σε δευτεροβάθμια τεχνική σχολή και σπούδασε αρχιτεκτονική στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών και Ντιζάιν στη Βουδαπέστη, όπου και παρέμεινε ως καθηγητής για σχεδόν δύο δεκαετίες. «Το κυριότερο ενδιαφέρον μου», θυμάται, «ήταν η πολυπλοκότητα του ντιζάιν, ενώ ταυτόχρονα ήθελα να μην ξεχάσω το background μου στην αρχιτεκτονική και να διατηρήσω το ενδιαφέρον μου για τη μηχανική, το οποίο αποδίδω εν μέρει και στην επιρροή του πατέρα μου, καθώς περνούσα πολλές ώρες ως παιδί στο εργαστήριό του».

Η κατασκευή του κύβου

Ένα από τα μαθήματα που δίδασκε στους φοιτητές του είχε ως αντικείμενο τις μορφές, για τις οποίες είχε πάντα μεγάλο πάθος. «Εργαζόμασταν με διάφορα υλικά και δημιουργούσαμε ενδιαφέρουσες φόρμες και σχήματα, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες των επιμέρους υλικών και του 3D. Με χαρτί, ξύλο και άλλα εύκολα τροποποιήσιμα υλικά μπορεί κανείς να φτιάξει πολύ ενδιαφέροντα μοντέλα», λέει. Ένα ανάλογο «πείραμα» ήταν και ο κύβος. «Όταν ξεκίνησα, δεν ήξερα τι θα έφτιαχνα, δεν είχα ένα ξεκάθαρο σχέδιο στο μυαλό μου. Με ενδιέφεραν η τρισδιάστατη κατασκευή, η γεωμετρία, οι δυνατότητες της τέχνης και οι μηχανικές κατασκευές. Όλα αυτά τα στοιχεία με έκαναν να απασχοληθώ με διάφορες ιδέες και ο κύβος ήταν μία από αυτές». Χρειάστηκε μερικούς μήνες για να ολοκληρώσει το ξύλινο πρωτότυπο, το 1974, δουλεύοντας κυρίως στο εργαστήριο του πανεπιστημίου. Τόσο η οικογένειά του όσο και οι φοιτητές του, που ήταν οι πρώτοι που πήραν ποτέ στα χέρια τους τον κύβο του Ρούμπικ, έδειξαν περιέργεια και ενδιαφέρον για την κατασκευή. Σύντομα παρουσιάστηκε η μεγαλύτερη πρόκληση: Μετακινώντας αυτόνομα τα κομμάτια του και έχοντας πετύχει να μη διαλύεται με αυτόν τον τρόπο ο κύβος, τα χρώματα αναμειγνύονταν. Μπορούσε ο Έρνο Ρούμπικ να ξαναφέρει τον κύβο στην αρχική του εικόνα; «Ήμουν σίγουρος ότι το πρόβλημα αυτό μπορούσε να λυθεί, δεν ήξερα όμως αν το ανθρώπινο μυαλό μπορούσε να διαχειριστεί ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση για μένα», λέει. Τελικά χρειάστηκε μήνες για να τον λύσει, προσθέτοντας μία ακόμα συναρπαστική διάσταση στο παιχνίδι, που σύντομα έγινε μια εξαιρετικά δημοφιλής σπαζοκεφαλιά. Έκανε αίτηση για να κατοχυρώσει την πατέντα, την εξασφάλισε το 1975 και το 1977 οι πρώτοι κύβοι άρχισαν να κυκλοφορούν στην αγορά της Ουγγαρίας.

Το δημοφιλέστερο παιχνίδι στον κόσμο

Καθώς ο Tibor Laczi, ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας και ερασιτέχνης μαθηματικός, απολάμβανε τον καφέ του σε μια καφετέρια της Βουδαπέστης, είδε έναν σερβιτόρο να παίζει με τον «Mαγικό κύβο» –όπως ονομαζόταν τότε– και συνειδητοποίησε ότι είχε ανακαλύψει την επόμενη παγκόσμια μανία. Πήρε την άδεια του Ρούμπικ και την έγκριση της κρατικής εμπορικής εταιρείας να διασχίσει με τον κύβο το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στοχεύοντας στις αγορές της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Στην έκθεση παιχνιδιών της Νυρεμβέργης, ο Laczi, ενώ περπατούσε παίζοντας με τον κύβο, τράβηξε την προσοχή του Βρετανού ειδικού παιχνιδιών Τομ Κρέμερ, ο οποίος τον λάτρεψε. Σύντομα ο Ρούμπικ έδωσε δικαιώματα κατασκευής και διάθεσης του κύβου στην αμερικανική Ideal Toys. «Τότε ξεκίνησε η τρέλα, ήταν απίστευτο!» θυμάται. «Από εκείνη την εποχή και μετά οι πωλήσεις του κύβου έχουν πέσει και ξανανέβει, αλλά είναι ενδιαφέρον ότι ο κύβος δεν πέθανε ποτέ, γινόταν δημοφιλής ξανά και ξανά». Για πολλά χρόνια ο κύβος βρέθηκε στο επίκεντρο της δραστηριότητας του κατασκευαστή του: «Με κρατούσε απασχολημένο, μου στερούσε τον ελεύθερο χρόνο μου, γιατί έπρεπε να τον ακολουθώ στο ταξίδι του σε διάφορες χώρες, να αποδεικνύω ότι μπορεί να λυθεί, να τον επιδεικνύω. Εκείνη την εποχή ο κύβος ήταν αλυσοδεμένος στο τραπέζι, για να μην τον κλέψει κανείς, και εγώ ήμουν αλυσοδεμένος, αν και με αόρατα δεσμά, με τον κύβο. Αποκόμισα φυσικά πολλά από την επιτυχία του, με κυριότερο την ελευθερία μου. Επίσης ταξίδεψα σε κάθε γωνιά του κόσμου, γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους. Βέβαια, όπου και να πήγαινα, ο κύβος είχε φτάσει πριν από εμένα». Το μόνο μέρος που για χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένας κύβος ήταν το σπίτι του, θυμάται. «Φαντάσου έναν άνθρωπο που αγαπά τόσο τα γλυκά, που για ένα διάστημα ζει μόνο τρώγοντας γλυκά. Ε, έπειτα από λίγο καιρό δεν θα θέλει να τα βλέπει στα μάτια του!» εξηγεί γελώντας.

Σήμερα οι cubers ανά τον πλανήτη επιτυγχάνουν χρόνους κάτω των 4 δευτερολέπτων στη λύση κύβου 3x3x3, ο οποίος είναι και ο κύβος που ο ίδιος ο Έρνο Ρούμπικ θεωρεί ότι «είναι η ουσία της ιδέας μου, μεταφέρει πιο καθαρά τη βάση της σκέψης μου, την ομορφιά της κατασκευής, της γεωμετρίας, την ελευθερία». Τον ρωτώ ποιο είναι το προσωπικό του ρεκόρ. «Ποτέ δεν χρονομετρούσα τον εαυτό μου, γιατί ο στόχος μου δεν ήταν να το κάνω γρήγορα. Όταν ταξίδευα για να τον επιδεικνύω και άρα εξασκούμουν πολύ, είχα γίνει πολύ γρήγορος, αλλά όχι τόσο όσο οι σημερινοί speedcubers, που εξασκούνται κάθε μέρα και επιτυγχάνουν φανταστικά ρεκόρ. Δεν έχω την παραμικρή περιέργεια για το πόσο γρήγορα θα μπορούσα να λύσω τον κύβο σήμερα· αν προσπαθούσα, ξέρω ότι θα μπορούσα να το κάνω σε περίπου ένα λεπτό. Είμαι όμως ο πρώτος και παλαιότερος cuber στον κόσμο. Δεν χρειάζεται να είμαι ο γρηγορότερος». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ