Ο Ρομπέρτο Βεκιόνι είναι μια φυσιογνωμία ποικιλοτρόπως αναγνωρίσιμη. Για πολλές γενιές μαθητών στο Μιλάνο υπήρξε ο αγαπημένος τους καθηγητής, ένας άνθρωπος που δίδαξε με μεράκι για τρεις δεκαετίες Ιστορία και Λογοτεχνία στα λύκεια της πόλης. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες Ιταλοί τραγουδούσαν τους στίχους των τραγουδιών του – υπήρξε ένας από τους πιο επιτυχημένους τραγουδοποιούς της γειτονικής χώρας, κυρίως τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μετά ξεκίνησε να γράφει μυθιστορήματα. «Η λογοτεχνία, ως επινόηση άλλων ζωών, ως απαξίωση του προφανούς, είναι μια κατασκευή για να διαπεράσεις τους ορίζοντες», είπε στο «Κ» ο 76χρονος σήμερα Ιταλός. «Τα ποντίκια έγιναν ερωτευμένες γάτες και πιστοί σκύλοι». 

Η αφορμή για τη συζήτησή μας ήταν η κυκλοφορία του βιβλίου του «Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα» (εκδ. Κριτική), μιας αλληγορικής νουβέλας στην οποία ο Βεκιόνι σχολιάζει, μεταξύ άλλων, την ανοχή μας στο διαφορετικό. Σε ένα μικρό σικελικό χωριό εμφανίζεται ένας μυστηριώδης βιβλιοπώλης· δεν πουλάει βιβλία, αλλά τα διαβάζει. Η πρόσκληση έγραφε: «Κάθε βράδυ στις εννέα, στην οδό Τρεμόντι, λογοτεχνικές αναγνώσεις, είσοδος δωρεάν». Παρά τις καλές του προθέσεις, οι κάτοικοι τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Είναι γι’ αυτούς ένας ξένος. Άγνωστος, αλλιώτικος. Συσπειρώνονται εναντίον του. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πολύ εύκολα ότι ο Βεκιόνι επηρεάζεται από όσα συμβαίνουν γύρω του στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα στην πατρίδα του, από την προσφυγική κρίση μέχρι φαινόμενα τύπου Σαλβίνι. Όμως όχι. Το βιβλίο δεν γράφτηκε τώρα, αλλά πριν από δεκαπέντε χρόνια. «Ο “Βιβλιοπώλης” είναι μια πρόβλεψη, διαβάζεται σχεδόν σαν χρησμός. Ναι, ήξερα ανάμεσα σε χίλιους φόβους πού θα καταλήγαμε αργά ή γρήγορα. Σήμερα, δεν θα άλλαζα ούτε ένα κόμμα από το βιβλίο, γιατί έχουμε πια φτάσει σε εκείνη την καταιγίδα που τότε μόνο προαναγγελλόταν».

 


Ο Ρομπέρτο Βεκιόνι το 1973, διάσημος καθηγητής σε λύκειο του Μιλάνου.

 

Η αγνή ομορφιά των λέξεων

Πιο συγκεκριμένα, πάντως, αυτό που συμβαίνει στο βιβλίο είναι κάπως πιο πολύπλοκο και ασφαλώς παράδοξο: οι κάτοικοι του χωριού ξεχνούν σταδιακά τη σημασία των λέξεων. Ο μόνος που εξαιρείται αυτής της «ασθένειας» είναι ο μικρός Νικολίνο, που αφέθηκε να γοητευτεί από τις αναγνώσεις του βιβλιοπώλη. Είναι μια παράλογη συνθήκη που ο Βεκιόνι χρησιμοποιεί ως παραβολή, υπογραμμίζοντας τη δύναμη της λογοτεχνίας και της γνώσης, τη μαγεία της ανάγνωσης, την αξία των λέξεων. «Σχεδόν όλη μου η λογοτεχνική παραγωγή επικεντρώνεται στη λέξη, στην εκφραστική, συνειρμική, εκπαιδευτική δύναμή της. Στον σημαίνοντα ήχο συρρέουν φαντασία και λογική σε θαυματουργή σύνθεση. Όμως η λέξη δεν είναι μόνο αυτό: δεν αξίζει αποκλειστικά γι’ αυτό που μεταδίδει. Η λέξη είναι αγνή ομορφιά, είναι υψηλή μορφή μιας εσωτερικής αρμονίας που παράγει ρυθμό και μουσική στο χιλιετές ανακάτεμα φωνημάτων γύρω από μια ρίζα. Γεννιέται, ζει, μεταβάλλεται, μεγαλώνει όπως ένα ανθρώπινο ον: επιβιώνει στις καταστροφές, περνά σαν ένας μάρτυρας από τη μία εποχή στην άλλη».

Ο Έλιοτ έγραψε κάποτε ότι «οι λέξεις της περσινής χρονιάς ανήκουν στη γλώσσα της περσινής χρονιάς». Οι λέξεις της φετινής χρονιάς, οι λέξεις της σημερινής εποχής διατυπώνονται εν πολλοίς γραπτώς, γεννούν μια καινούργια «γλώσσα» μέσα στο ίντερνετ και διαμορφώνουν νέους κώδικες επικοινωνίας. Τον ρωτάω τι πιστεύει γι’ αυτό. «Μπορεί κάποιος να επικοινωνεί με σύμβολα και διάφορα σημεία, μα το νόημα της επικοινωνίας δεν είναι αυτό», λέει ο κ. Βεκιόνι. «Δεν φτάνει να περνάς εν συντομία από ένα σημαίνον σε ένα και μοναδικό σημαινόμενο, και να σταματάς εκεί. Η λέξη είναι όπως ένα πυροτέχνημα, όχι όπως ένας μοναδικός πύραυλος. Το έργο της δεν είναι να διατρέχει μία μόνη κατεύθυνση από ερώτηση σε απάντηση, αλλά να φωτίζει τον ουρανό με χίλιες αποχρώσεις, περάσματα, νοητικές συνδέσεις, που από αυτή την ίδια, έτσι γυμνή, επεκτείνονται σαν ομπρέλα, εμποτίζοντας τη νοημοσύνη και την καρδιά». 

Όταν άκουσα κάποιον να διαβάζει

Αντιγράφω από το βιβλίο: «Ο βιβλιοπώλης διάβαζε τις λέξεις χωρίς να τις επιβάλλει στην ακοή». Και λίγο παρακάτω: «Ο βιβλιοπώλης ξανάδινε στις λέξεις το νόημά τους». Και μετά: «Η ανάγνωση συμβάδιζε με τον χρόνο που διαρκούσε η κάθε λέξη στην καρδιά, με βήμα στρωτό και ήρεμο, γιατί η καρδιά έχει τα δικά της σχέδια κι αν μπορούσε θα τα φανέρωνε από μόνη της, ανεβοκατεβαίνοντας μεθοδικά από το ένα στο άλλο, αποστρεφόμενη τη φασαρία, τις κραυγές και τη συγκινησιακή φτήνια». Τον ρωτάω αν του αρέσει να διαβάζει μεγαλόφωνα σε κάποιον ή αν προτιμά να του διαβάζουν.  

«Τίποτε απ’ τα δύο», μου λέει. «Διαβάζω μόνος μου, στη σιωπή». Τι διαβάζει; «Σχεδόν τα πάντα. Από τον Αισχύλο μέχρι τον Μπόρχες. Αγαπώ τους μεγάλους διανοητές, τους παγκόσμιους συγγραφείς, τον Θερβάντες, τον Σαίξπηρ, τον Λεοπάρντι, τον Μολιέρο. Εμποτίζομαι με ποίηση, με λυρικούς οποιασδήποτε εποχής, οποιουδήποτε τόπου, αλλά κυρίως του 1900. Διαβάζω και τους Έλληνες ποιητές, τον Σεφέρη, τον Καβάφη, τον Ρίτσο». Το βιβλίο είναι γεμάτο αποσπάσματα. Η ιστορία διακόπτεται από φράσεις του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι, του Ρεμπό, του Δάντη, του Σοφοκλή. 

Είναι βιβλιοφάγος. Όπως και ο κύριος στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης, αλλά και της πρωτότυπης έκδοσης στα ιταλικά. Πρόκειται για τον πίνακα του Τζορτζ Σάφερ «Ο βιβλιοφάγος». Υπάρχουν σήμερα βιβλιοφάγοι; τον ρωτάω. Είναι η λογοτεχνία σημαντική όπως ήταν παλιότερα; Απαντά διπλωματικά: «Ποτέ δεν υπήρχε όσο σήμερα η ανάγκη να ξαναφέρουμε τον άνθρωπο στον άνθρωπο, για να μη χαθεί σε αποσυνθετικούς τεχνικισμούς και να διατηρεί ύψιστη την πολιτισμική συναισθηματικότητά του». ■

«Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα», Ρομπέρτο Βεκιόνι, εκδόσεις Κριτική

 

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ