ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Να βλέπετε; Απέναντι χτίζουν», είπε κάποια στιγμή ο Χρήστος Σπουρδαλάκης, δείχνοντας τη μεγάλη σκαλωσιά που καλύπτει το πεζοδρόμιο της οδού Νεωρείων, έναν όμορφο δρόμο στην πίσω πλευρά της Καστέλλας. Γύρισα να κοιτάξω, χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τη σύνδεση με τη συζήτησή μας που περιστρεφόταν γύρω από την οργανοποιία, αυτή «την υποφωτισμένη δραστηριότητα της μουσικής», αλλά η απορία λύθηκε γρήγορα: «Ας υποθέσουμε ότι δεν πρόκειται για κτίριο, αλλά για ένα μουσικό έργο», συνέχισε ο έμπειρος οργανοποιός. «Ο αρχιτέκτονας είναι ο συνθέτης. Τα διάφορα συνεργεία είναι τα ξεχωριστά σύνολα της ορχήστρας, τα πνευστά, τα κρουστά, τα έγχορδα. Για να πραγματοποιηθεί όμως η μουσική πράξη, χρειάζονται και τα υλικά οικοδομής. Το δομικό υλικό του μουσικού έργου είναι ο ήχος. Αυτούς τους κατασκευάζει ο οργανοποιός. Δεν είναι η τελευταία τρύπα του ζουρνά η οργανοποιία, λοιπόν, κάθε άλλο».


«Στα 18 μου, μην έχοντας την οικονομική ευχέρεια να αγοράσω έναν μπαγλαμά, επιχείρησα να τον φτιάξω μόνος μου. Από τότε αγκιστρώθηκα στη γοητεία αυτής της δουλειάς», λέει στην «Κ» ο Χρήστος Σπουρδαλάκης (δεξιά), ένας από τους αρχαιότερους οργανοποιούς της χώρας. 

Εχει μεγάλη και ασίγαστη αγάπη για την τέχνη του ο κ. Σπουρδαλάκης, την οποία υπηρετεί αισίως 40 χρόνια. Στο κουρμπέτι βγήκε στα 18 του εξ ανάγκης: «Μη έχοντας την οικονομική ευχέρεια να αγοράσω έναν μπαγλαμά, που ήθελα διακαώς να αποκτήσω, επιχείρησα να τον φτιάξω μόνος μου. Δεν ήξερα βέβαια τότε με τι θηρίο τα βάζω, πόσο μεγάλο και πλατύ θέμα είναι οργανοποιία. Με την άγνοια κινδύνου που με διακατείχε κατασκεύασα τον πρώτο μπαγλαμά και από τότε αγκιστρώθηκα στη γοητεία αυτής της δουλειάς», λέει, και δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τη μουσικότητα αυτής της έκφρασης. «Από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθώ να γοητεύομαι από την κατασκευή των οργάνων και να προσπαθώ να την εξελίξω».

Βρισκόμαστε στο εργαστήριό του, το «Neorion», όπου με τους συνεργάτες του κατασκευάζουν, με το χέρι, ένα ένα, κυρίως μπουζούκια, αλλά και κιθάρες ακουστικές, μαντολίνα, λαούτα κ.ά., με τη μέθοδο της Art Luthiery, της κλασικής οργανοποιίας (χειροποίητη κατασκευή, φυσικά υλικά). «Εμείς παίρνουμε ξύλο και παραδίδουμε μουσικό όργανο. Οι μεγάλες βιομηχανικές μονάδες κατασκευάζουν επίσης καλά όργανα, αλλά η βασική τους επιδίωξη είναι να μοντελοποιήσουν, να φτιάξουν όμοια πράγματα. Τα υλικά που χρησιμοποιούν τα περνούν από την προκρούστεια κλίνη, να έχουν ίδιες ιδιότητες προκειμένου να αποκτήσει μια επαναληψιμότητα το μοντέλο.


Στο εργαστήριο Neorion μπαίνει ξύλο και βγαίνει μουσικό όργανο. Ολα γίνονται στο χέρι, ένα ένα. Δεν είναι στόχος ο πρόσκαιρος εντυπωσιασμός, ένα μουσικό όργανο πρέπει να ζει για πάντα. «Ο μόνος κριτής των μουσικών οργάνων είναι ο βαθύς χρόνος». 

Στον οργανοποιό η επιδίωξη είναι ακριβώς η αντίστροφη. Προσπαθεί κάθε φορά να αναδείξει τη μοναδικότητα του υλικού και να φτιάξει διαφορετικό όργανο από το προηγούμενο, ένα όργανο με προσωπικότητα».

Φυσικά, δεν είναι όλοι οι οργανοποιοί της ίδιας αντίληψης, αν και για τον κ. Σπουρδαλάκη είναι και αυτός ένας πλούτος. «Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης. Σε μεγάλο βαθμό, η οργανοποιία στηρίζεται σε εμπειρικές μεθόδους, γεγονός που κρατάει πίσω την ελληνική οργανοποιία, της οποίας το κύριο αντικείμενο, το μπουζούκι, ένα σχετικά νέο όργανο, 100 χρόνων, ακόμα αναζητεί τη φωνή του. Αλλά ο κάθε ένας από τους οργανοποιούς είναι μέλος της “χορωδίας” που συγκροτούν οι διαφορετικές αντιλήψεις και αποχρώσεις».

Το βέβαιο είναι ότι ένα μουσικό όργανο πρέπει να ζει για πάντα, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό όσων βγαίνουν στην αγορά έχουν δεν έχουν μια δεκαετία ζωής. «Ο μόνος κριτής των μουσικών οργάνων είναι ο βαθύς χρόνος», λέει ο οργανοποιός. «Ομως, όπως με το μπουζούκι, οι μουσικοί άρχισαν σταδιακά να επενδύουν στη δεξιοτεχνία και όχι στη συγκίνηση, έτσι και στην οργανοποιία η τάση είναι του εντυπωσιασμού του πελάτη με περίτεχνα αραβουργήματα. Οι περισσότεροι, για παράδειγμα, επιλέγουν λεπτό καπάκι (σ.σ. το πάνω μέρος του οργάνου) ώστε να είναι ευκίνητο, να βγάζει δυνατό ήχο, να εντυπωσιαστεί ο πελάτης. Κι ας αχρηστευτεί σε 4-5 χρόνια». Για τη δική του δουλειά είναι υπερήφανος. «Η χαρά τού να βγει ένα όργανο με αντοχή στα χρόνια και η ιδέα ότι εμείς θα φύγουμε αλλά θα έχουμε αφήσει πίσω μας αυτό το ίχνος από αντικείμενα που θα έχουν αυξανόμενη αξία, αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ