ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν έχουμε ιδέα τι μας περιμένει. Αυτό είναι το μήνυμα του «The Uninhabitable Earth», ενός πρόσφατου βιβλίου για την κλιματική αλλαγή από τον δημοσιογράφο Ντέιβιντ Γουάλας Γουέλς. Δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τίποτε. Κάτι παιδάκια διαδηλώνουν και κάτι ειδησάρια περνούν από τα timelines, εφημερίδες κάνουν αφιερώματα και ντοκιμαντέρ μάς δείχνουν αποστεωμένες πολικές αρκούδες, αλλά στην πραγματικότητα οι υπόλοιποι έχουμε μεσάνυχτα. Από τα πολλά προβλήματα του κόσμου, υπάρχει ένα με το οποίο θα έπρεπε να ασχολούμαστε κάθε μέρα. Ενα, μέσα από το πρίσμα του οποίου θα έπρεπε να περνάει οτιδήποτε άλλο σκεφτόμαστε ή κάνουμε: το γεγονός ότι πλέον, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, ζούμε σε έναν αλλιώτικο κόσμο από αυτόν που γνώρισε (και στον οποίο γεννήθηκε, εξελίχθηκε και ωρίμασε) ο ανθρώπινος πολιτισμός.

Το «The Uninhabitable Earth», το οποίο θα κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το φθινόπωρο, είναι ένα βιβλίο για την κλιματική αλλαγή. Αλλά είναι λίγο διαφορετικό από τα περισσότερα άλλα που έχουν κυκλοφορήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Μία από τις διαφορές είναι ότι ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και όχι επιστήμονας και ως τέτοιος έχει τη δυνατότητα να ακουμπήσει περισσότερα επιστημονικά πεδία και να γράψει λίγο πιο ελεύθερα. Tα γράφει χύμα, λοιπόν, και είναι θυμωμένος – τι θυμωμένος, έξαλλος είναι. Κάθισε και κατέγραψε αναλυτικά τα αποτελέσματα των πιο πρόσφατων ερευνών σε μια σειρά από τομείς που επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή, κατέγραψε και τις συνέπειες που βλέπουμε ήδη μπροστά μας και έγινε έξαλλος επειδή δεν είναι όλοι έξαλλοι γι’ αυτό που συμβαίνει και για όσα πρόκειται να συμβούν στον πλανήτη μας τις αμέσως επόμενες τρελές δεκαετίες. Διαβάζοντας ο αναγνώστης σχεδόν τον ακούει να κοπανά τα πλήκτρα με τους δείκτες, φτύνοντας σαλάκια στην οθόνη.

Βλέπετε, τα τελευταία 10.000 χρόνια ο ανθρώπινος πολιτισμός αναπτύχθηκε σε έναν πλανήτη που είχε μια σχεδόν σταθερή μέση θερμοκρασία. Είχαμε μεν παγωμένες περιοχές, είχαμε τους καύσωνες, είχαμε την πάροδο των εποχών, μια μικρή «εποχή παγετώνων» τον 17ο αιώνα, αλλά ο μέσος όρος της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας κοντά στο έδαφος παρέμενε σχετικά σταθερός, μέσα σε ένα πολύ στενό όριο. Αυτό το στενό όριο σήμαινε συγκεκριμένες συνθήκες για το κλίμα του πλανήτη και μέσα σε αυτές τις συνθήκες τα κάναμε όλα. Εκεί αναπτύξαμε την αγροτική παραγωγή, εκεί φτιάξαμε πόλεις, εκεί κάναμε παγκόσμιους πολέμους και σταυροφορίες, εκεί ανακαλύψαμε την πενικιλίνη, εκεί ρίξαμε την ατομική βόμβα, εκεί φτιάξαμε το Ιντερνετ. Η ανθρωπότητα αναπτύχθηκε και ανέπτυξε τον πολιτισμό της προσαρμοσμένη σε ακριβώς αυτές τις συνθήκες, σε αυτές τις θερμοκρασίες, με αυτές τις ποσότητες βροχόπτωσης, σε εδάφη που μπορούσαν να υποστηρίξουν συγκεκριμένες καλλιέργειες, σε τοποθεσίες που αντιμετώπιζαν συγκεκριμένης συχνότητας και έντασης πλημμύρες, τυφώνες, πυρκαγιές ή άλλες καταστροφές. Αυτό τον κόσμο βρήκαμε, και χτίσαμε τον πολιτισμό μας στα μέτρα του ακριβώς. Αυτά τα μέτρα τώρα αλλάζουν.

Τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ποτέ δεν είχαν φτάσει πάνω από 300ppm (μέρη ανά εκατομμύριο) τα τελευταία 800.000 χρόνια. Σήμερα είναι πάνω από 400ppm. Την τελευταία φορά που υπήρχε τόσο διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, πριν από 15 εκατομμύρια χρόνια δηλαδή, όταν δεν υπήρχε ανθρώπινο είδος, η θάλασσα ήταν 25-35 μέτρα ψηλότερα από εκεί που είναι σήμερα και υπήρχαν ελάχιστοι πάγοι στην Ανταρκτική και τη Γροιλανδία. Ο πλανήτης μας ήταν ένα εντελώς αλλιώτικο μέρος.

Η συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε πρωτοφανή για την ιστορία της ανθρωπότητας επίπεδα δεν είναι κάτι που θα έχει συνέπειες το 2100. Είναι ένα φαινόμενο που έχει συνέπειες σήμερα, κάποιες από τις οποίες μπορεί να τις έχετε ακουστά (η αύξηση της στάθμης της θάλασσας, η εξαφάνιση ειδών, η ερημοποίηση ολόκληρων περιοχών), κάποιες τις ζούμε ήδη στο πετσί μας (οι καύσωνες, η ξηρασία, τα ακραία καιρικά φαινόμενα), κάποιες όμως πολλοί δεν τις σκεφτόμαστε καθόλου.

«Από το 1950», γράφει ο Γουέλς, «τα ωφέλιμα συστατικά των φυτών που καλλιεργούμε –οι πρωτεΐνες, το ασβέστιο, ο σίδηρος, η βιταμίνη C– έχουν μειωθεί σχεδόν κατά το ένα τρίτο». Ακόμα και οι πρωτεΐνες στη γύρη των μελισσών έχουν μειωθεί κατά το ένα τρίτο. Οι πλημμύρες έχουν τετραπλασιαστεί από τη δεκαετία του ’80. Εχουν διπλασιαστεί από το 2004. Από το 1979 η σεζόν των δασικών πυρκαγιών έχει μεγαλώσει κατά 20%. Οι δασικές πυρκαγιές στις ΗΠΑ σήμερα καίνε κατά μέσον όρο διπλάσιες εκτάσεις δασών από ό,τι έκαιγαν το 1970. Δασικές πυρκαγιές πλέον βλέπουμε τακτικά σε μέρη όπου στο πρόσφατο παρελθόν ήταν εξαιρετικά σπάνιο –έως και αδιανόητο– φαινόμενο, όπως η Σουηδία και η Γροιλανδία.

Μετάδοση ασθενειών

Αλλά υπάρχουν κι άλλα, ακόμα πιο απροσδόκητα. Η αλλαγή του κλίματος κάνει τα κουνούπια που φέρουν την ελονοσία και τον κίτρινο πυρετό, ή τα τσιμπούρια που μεταφέρουν τη νόσο Lyme να επεκτείνουν τη ζώνη δράσης τους και σε άλλες ηπείρους. Μόνο στις ΗΠΑ τα τελευταία 13 χρόνια οι περιπτώσεις ασθενειών που μεταφέρονται από κουνούπια, τσιμπούρια ή ψύλλους τριπλασιάστηκαν.

Ακόμα και πράγματα που μοιάζουν εντελώς άσχετα έχουν επηρεαστεί δραματικά από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με πολυάριθμες έρευνες, η υψηλότερη θερμοκρασία αυξάνει, μεταξύ άλλων, τα ποσοστά των εγκληματικών ενεργειών, τις βωμολοχίες στα social media, τη διάρκεια που οι οδηγοί πατούν την κόρνα και τις πιθανότητες οι αστυνομικοί να πυροβολήσουν κατά τη διάρκεια της βάρδιάς τους.

Η ανθρωπότητα δεν έχει ζήσει ποτέ άλλοτε σε συνθήκες σαν αυτές που έχουμε εμείς σήμερα. Είμαστε ήδη έξω από τα στενά όρια που είχαμε συνηθίσει και, όπως πάμε, μέχρι το τέλος του αιώνα θα είμαστε άλλους 2 βαθμούς Κελσίου (ή και παραπάνω) έξω από τα όρια. Ο κόσμος αυτός θα είναι ακόμα πιο σκληρός και αφιλόξενος για εμάς. Και αυτός είναι ο πυρήνας του προβλήματος και κάτι που πολλοί δεν καταλαβαίνουν: Ο «πλανήτης μας» δεν έχει πρόβλημα. Αυτές οι αλλαγές δεν του λένε τίποτε – εκατομμύρια χρόνια πριν είχε ακόμα υψηλότερες θερμοκρασίες, ακόμα περισσότερα ppm διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Δεν έπαθε τίποτε. Εμείς είμαστε που έχουμε το πρόβλημα. Δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ τέτοιον πλανήτη σαν αυτό στον οποίο ζούμε τώρα.

Το πολιτικό πρόβλημα και το «πλανητικό σχέδιο Μάρσαλ»

Αν κάποιος αφήσει το εξαιρετικό βιβλίο του Γουάλας Γουέλς με την ψυχή μαύρη από την απελπισία, μπορεί στη συνέχεια να προχωρήσει σε ένα άλλο πρόσφατο βιβλίο για να εξοντώσει και κάθε τελευταία αχτίδα ελπίδας που ενδέχεται να του έχει απομείνει. Γιατί αν ο Γουάλας Γουέλς χαρτογραφεί την κρισιμότητα της κατάστασης οδυνηρά γλαφυρά, ο Γουίλιαμ Βόλμαν στο νέο, δίτομο «Carbon Ideologies» προχωρά παρακάτω, υποστηρίζοντας πως το πρόβλημα δεν λύνεται ή πως, τουλάχιστον, είναι εντελώς αδύνατο να λυθεί από ένα είδος σαν το δικό μας.

Μέσα σε 1.300 σελίδες και μετά έξι χρόνια έρευνας, ταξιδιών, συνεντεύξεων και συζητήσεων, ο Βόλμαν αναλύει εξαντλητικά το πώς η ανθρωπότητα έχει θεμελιώσει την ύπαρξή της στην παραγωγή και στην κατανάλωση ενέργειας και πώς αυτό το γιγάντιο, πια, οικοδόμημα προκαλεί μία σειρά από αλληλοσυνδεόμενα προβλήματα. Ο συγγραφέας τα αναλύει όλα διεξοδικά, με στοιχεία, πίνακες και ενδιάμεσα με ενδιαφέρουσες ιστορίες και συζητήσεις με ανθρώπους που εργάζονται στη βιομηχανία της ενέργειας ή που υφίστανται τις συνέπειες. Και το συμπέρασμα;

Το συμπέρασμα το γράφει στην πρώτη πρώτη σελίδα, με τη μορφή μηνύματος σε αναγνώστες του βιβλίου του από κάποια άλλη, μελλοντική εποχή.

«Γράφοντας αυτό το βιβλίο για τον άνθρακα, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και την πυρηνική ενέργεια», αναφέρει, «προσπαθώ να κοιτάξω τον κόσμο όπως θα τον κοιτάξει το μέλλον: ήτοι, έναν κόσμο που εξαφανίστηκε. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει για να σωθεί – άρα, τίποτε δεν χρειάζεται να γίνει. Κατά συνέπεια, αυτό το βιβλίο δεν προσφέρει λύσεις. Δεν υπήρχαν λύσεις. Δεν είχαμε καμιά».

Αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο να το χωνέψει κάποιος. Πώς είναι δυνατό να μην υπάρχουν λύσεις; Είναι, επίσης, ένα δυσάρεστο και αντιπαραγωγικό μήνυμα που, ακόμα κι αν ο αναγνώστης το αποδεχθεί και το εισπράξει, δεν έχει τι να το κάνει μετά. Ο Βόλμαν, ο οποίος στο βιβλίο δεν αγγίζει σχεδόν καθόλου τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή την ανάπτυξη μελλοντικών τεχνολογιών όπως η πυρηνική σύντηξη, θεωρεί το πρόβλημα πιο θεμελιώδες – πιστεύει ότι το αδιέξοδο είναι τόσο μεγάλο που εμείς δεν μπορούμε να αντεπεξέλθουμε ως είδος. Λύσεις υπάρχουν, απλά είναι τόσο δύσκολες για τα δικά μας μέτρα (θα μπορούσαμε, υποστηρίζει, να έχουμε εφαρμόσει τέτοιες εδώ και δεκαετίες – και δεν το κάναμε), που δεν κάνει καν τον κόπο να τις περιγράψει.

Για να αντιμετωπίσουμε την καταστροφή, βλέπετε, απαιτείται μια κινητοποίηση αντίστοιχης κλίμακας με την κινητοποίηση των εμπόλεμων κρατών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ολόκληρες βιομηχανίες μεταλλάχτηκαν σε μια νύχτα – αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Ή κάτι σαν πλανητικό σχέδιο Μάρσαλ, το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει γιγάντιες επενδύσεις σε υποδομές σε κάθε σκέλος της ανθρώπινης δραστηριότητας, από εντελώς νέου τύπου αεροπλάνα και εντελώς νέα δίκτυα ενέργειας μέχρι νέες μεθόδους παραγωγής τσιμέντου και νέες τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας, από νέες μεθόδους παραγωγής τεχνητού κρέατος μέχρι ολοκληρωτική αναπροσαρμογή του αγροδιατροφικού τομέα και των διατροφικών συνηθειών παγκοσμίως και, βέβαια, ιλιγγιώδεις επενδύσεις σε έρευνα για νέες μορφές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτό μπορεί να μοιάζει ένα πρόγραμμα τιτάνιο, υπερφιλόδοξο και δαπανηρό, αλλά μόνο επειδή δεν έχουμε σωστή εικόνα του προβλήματος.

Οπως γράφει ο Γουέλς, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, τα οφέλη από μια γρήγορη μετατροπή του παγκόσμιου ενεργειακού μοντέλου σε κάτι πιο βιώσιμο θα έφταναν τα 26 τρισ. δολάρια μέχρι το 2030 – σε έντεκα χρόνια δηλαδή. Μια τέτοια γιγάντια μετατροπή θα ήταν εξαιρετικά κοστοβόρο, παγκόσμιας κλίμακας πρότζεκτ, αλλά οπωσδήποτε θα κόστιζε πολύ λιγότερα από 26 τρισ. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τα λεφτά. Το πρόβλημα είναι πολιτικό. Αφενός δεν υπάρχει κανένας αρμόδιος φορέας για να αναλάβει και να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο πρόγραμμα, αφετέρου δεν υπάρχει και καμία παλλαϊκή απαίτηση από την ανθρωπότητα για να δημιουργηθεί ένας τέτοιος φορέας.

«Η μεγάλη παραφροσύνη»

Σε ένα άλλο πρόσφατο βιβλίο για την κλιματική αλλαγή, το «The Great Derangement» (κυριολεκτικά: «Η μεγάλη παραφροσύνη») του Αμιτάβ Γκος, ο διάσημος Ινδός συγγραφέας υποστηρίζει ότι μέρος της ανικανότητάς μας ως είδος να αντιδράσουμε όλοι μαζί από κοινού σε μια τέτοια κρίση είναι το ότι η ίδια η δομή των ιστοριών που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να καταλαβαίνουμε τον κόσμο εδώ και χιλιετίες είναι ακατάλληλη για να αποτυπώσει τέτοιας κλίμακας απειλές. Μπορούμε να καταλάβουμε τους ανεμόμυλους που υποτίθεται ότι επιτίθενται στον Δον Κιχώτη ή τον μετεωρίτη που πάει να αντιμετωπίσει ο Μπρους Γουίλις, αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε ή να εξηγήσουμε (ή να συζητήσουμε για) ένα αόρατο πλανητικό φαινόμενο που εξελίσσεται σε ορίζοντα δεκαετιών και για το οποίο ευθυνόμαστε σχεδόν όλοι μας σχεδόν το ίδιο. Οπότε πώς να συλλάβουμε την κλίμακα ενός τέτοιου προβλήματος, πώς να το χωνέψουμε και να το μετουσιώσουμε σε πολιτική απαίτηση για λύσεις σε πρωτόγνωρο, παγκόσμιο επίπεδο;

Γι’ αυτό είναι απελπισμένος και ο Βόλμαν στο δικό του βιβλίο. Το βρίσκει αδύνατο. «Κάποτε», γράφει, «ίσως όχι πολύ μακριά στο μέλλον, οι κάτοικοι ενός θερμότερου, πιο επικίνδυνου και βιολογικά εκφυλισμένου πλανήτη από αυτόν στον οποίο έζησα εγώ, θα αναρωτηθούν τι σκεφτόμασταν εμείς, αν σκεφτόμασταν τίποτε».«Οταν οι επόμενες γενιές αναπολούν τη “Μεγάλη παραφροσύνη”», γράφει ο Αμιτάβ Γκος στο δικό του βιβλίο, «ασφαλώς θα ρίχνουν το φταίξιμο σε ηγέτες και πολιτικούς της εποχής μας για την ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση. Αλλά ενδέχεται να θεωρούν εξίσου ενόχους τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες – δεν είναι, άλλωστε, δουλειά των πολιτικών και των γραφειοκρατών το να φαντάζονται τις πιθανότητες».

Κι αν οι συγγραφείς όπως ο Γκος, ο Γουέλς και ο Βόλμαν κάτι παλεύουν να κάνουν, δεν υπάρχει απολύτως καμία ένδειξη ότι οι κυβερνήσεις ετοιμάζονται να τους ακολουθήσουν. Κι ο χρόνος μας τελειώνει. Ζούμε ήδη σε έναν πρωτοφανή και ξένο πλανήτη, και τον βοηθάμε ανέμελοι να γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενος. Ισως να θυμάστε ότι μερικοί από τους σημαντικότερους επιστήμονες του κόσμου υπέγραψαν μια πολυσυζητημένη και βαρυσήμαντη επιστολή που υπογράμμιζε το πρόβλημα και απηύθυνε έκκληση στις κυβερνήσεις να αναλάβουν δράση, γιατί είναι ήδη πολύ αργά. Αυτό συνέβη το 1992. Εκτοτε, έχουμε στείλει στην ατμόσφαιρα τα μισά αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου από όσα έχουμε στείλει σε ολόκληρη την ιστορία μας, ως είδος.

«Σήμερα», γράφει έξαλλος ο Γουέλς, «η ανθρωπότητα καίει 80% περισσότερο άνθρακα από ό,τι έκαιγε το 2000». Κάποιοι, όντως, έχουν αρχίσει να παίρνουν χαμπάρι τι γίνεται. Ενα από τα πιο ωφελημένα μπλοκ των τελευταίων ευρωεκλογών ήταν οι απανταχού Πράσινοι και οικολόγοι. Νέοι από όλο τον κόσμο διαδηλώνουν, διεκδικούν και ενημερώνουν. Αλλά οι περισσότεροι δεν ασχολούνται. Θεωρούν ότι άλλα, πιο κατανοητά, μικρά και καθημερινά προβλήματα είναι σημαντικότερα. Το «εδώ ο κόσμος καίγεται» οι περισσότεροι το χρησιμοποιούν εντελώς ανάποδα, αγνοώντας την ειρωνεία. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ