Με αφορμή τη συμπλήρωση 300 χρόνων από την ίδρυση του μικρού ευρωπαϊκού κρατιδίου, ένας Αμερικανός πεζοπορεί στα βουνά του και ανακαλύπτει τις ομορφιές και την ιστορία του.

Στάθηκα στην άκρη της πόλης, ψηλά στον λόφο, στη σκιά ενός οχυρού του 12ου αιώνα. Μπροστά μου υψωνόταν ένα βουνό με υψόμετρο 2.316 μ. και πίσω άλλο ένα με 2.194 μ. Το μόνο που άκουγα ήταν τα τιτιβίσματα των πουλιών. Στον δρόμο δεν υπήρχε ούτε ένα αυτοκίνητο. Τι ωραία μέρα για πεζοπορία, σκέφτηκα, ενώ το μειδίαμα από τη συζήτηση που προηγήθηκε με κάποιους φίλους δεν είχε σβήσει ακόμα από τα χείλη μου. Με είχαν ρωτήσει: «Σε ποια χώρα πεζοπορείς;». Στο Λιχτενστάιν. Δηλαδή στην τέταρτη μικρότερη χώρα της Ευρώπης, μετά το Βατικανό, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο, που έχει μήκος μόλις 27 χλμ. και πλάτος 14 χλμ. Είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από το Στάτεν Άιλαντ. Με αυτοκίνητο μπορείς να τη διασχίσεις σε 25 λεπτά. Ένας –όχι ιδιαίτερα γυμνασμένος– μεσήλικας μπορεί να φτάσει από τη μία άκρη στην άλλη μέσα σε δύο μέρες.

Το μονοπάτι και η επέτειος

Από τη μεριά μου, εγώ δεν έκανα απλώς πεζοπορία. Βάδιζα στα χνάρια της ιστορίας του Λιχτενστάιν. Η φετινή χρονιά σηματοδοτεί την 300ή επέτειο από την ίδρυσή του, που λειτουργεί ως αφορμή προκειμένου η χώρα να επανασυστηθεί στον υπόλοιπο κόσμο. Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων, που διαρκούν όλο τον χρόνο, το πριγκιπάτο δημιούργησε μια διαδρομή μήκους 75 χλμ. που περνάει και από τις έντεκα πόλεις της χώρας, χρησιμοποιώντας επαρχιακούς δρόμους, αλλά κυρίως ορεινά περάσματα. Σήμερα αυτή η διαδρομή ονομάζεται «Liechtenstein Trail» (Μονοπάτι του Λιχτενστάιν), και εγώ ήμουν το πρώτο της «πειραματόζωο». 

Oι πεζοπόροι μπορούν να κατεβάσουν μια εφαρμογή που θα τους καθοδηγεί κατά μήκος της διαδρομής και η οποία περιλαμβάνει 133 στάσεις. Bάζοντας το κινητό τους μπροστά σε κάθε ένα από τα 133 σημεία, έχουν την ευκαιρία να «δουν» πώς ήταν κατά το παρελθόν ή να μάθουν γιατί είναι σημαντικά. «Από ιστορικής άποψης, η φετινή επέτειος είναι ό,τι σημαντικότερο έχω ζήσει», μου λέει ο 61χρονος Leander Schädler, κάτοικος Λιχτενστάιν, ιστορικός και οδηγός βουνού. 

Παρότι η θετική υψομετρική διαφορά (ανάβαση) υπολογίζεται σε περίπου 2.000 μέτρα, το μονοπάτι είναι βατό ακόμα και για αρχάριους πεζοπόρους. Όποιος κουραστεί μπορεί να κάνει στάση στην επόμενη πόλη και να πάρει το λεωφορείο για το ξενοδοχείο του, όπως έκανε η σύντροφός μου, Marina Pascucci.


Το Malbun είναι το μοναδικό χιονοδρομικό κέντρο του Λιχτενστάιν. (Φωτογραφία: Marina Pascucci/The New York Times)


Ως βάση είχαμε το Hotel Turna στο Malbun, το μοναδικό χιονοδρομικό κέντρο της χώρας, 20 λεπτά με το λεωφορείο από την πρωτεύουσα Vaduz. Αξίζει η εκδρομή, μόνο και μόνο για να δει κανείς από κοντά αυτό το ορεινό θέρετρο. Το ξενοδοχείο έχει εξωτερικό τζακούζι, σάουνα, δωμάτιο ατμού και εσωτερική πισίνα. Το εστιατόριο περιλαμβάνει εξωτερικό χώρο με θέα στο τελεφερίκ και στα γύρω βουνά. Την ίδια θέα είχαμε και από το μπαλκόνι του δωματίου μας. Πήγαμε εκτός σεζόν, τον (σ.σ. περασμένο) Οκτώβριο, όταν η διανυκτέρευση κόστιζε 150 ευρώ, ήταν δηλαδή σχετικά οικονομική.  

Τα επίσημα εγκαίνια του Μονοπατιού του Λιχτενστάιν ήταν προγραμματισμένα για τις 26 Μαΐου, οπότε και η εφαρμογή θα ήταν έτοιμη. Εγώ, παρ’ όλα αυτά, αισθανόμουν «γυμνός» που έπρεπε να χρησιμοποιήσω χάρτες και το –αμφιβόλου ποιότητος– GPS του κινητού μου...

Ημέρα 1η
Balzers – Triesen – Triesenberg: 14 χλμ., θετική υψομετρική διαφορά 600 μ., 5 ώρες και 15 λεπτά


Η Marina κι εγώ πήραμε το λεωφορείο από το ξενοδοχείο προς το Balzers, ένα χωριό με σπίτια καλυμμένα με κληματαριές και πάμπολλα σφενδάμια. Συναντήσαμε τον Schädler στις όχθες του Ρήνου. Το πρώτο σημείο ενδιαφέροντος ήταν το κάστρο Gutenberg, του 12ου αιώνα. Το αγόρασε ο δήμος του Balzers από την Αυστρία το 1824 και τελικά μετατράπηκε σε μουσείο. Περπατήσαμε σε ήσυχα δρομάκια και μετά ακολουθήσαμε την πορεία του Ρήνου μέχρι να φτάσουμε στο Triesen, που λογίζεται ως νότιο προάστιο του Vaduz.  


Πανοραμική θέα από την πόλη Triesenberg. (Φωτογραφία: Marina Pascucci/The New York Times)


Συνεχίσαμε σε ανηφορική πορεία προς τα ανατολικά. Το μονοπάτι προς το Triesenberg φτάνει σε ύψος τα 900 μ. και συνεχίζει σε πράσινα βοσκοτόπια με αγελάδες που έχουν κρεμασμένα πάνω τους κουδούνια. Στρίψαμε σε έναν χωμάτινο παράδρομο που είναι ανοιχτός μόνο για πεζοπόρους και ποδηλάτες βουνού. Όλη τη μέρα είδαμε μόνο πέντε ανθρώπους, και όλοι τους έκαναν τζόκινγκ.

Ημέρα 2η
Triesenberg – Vaduz – Schaan: 15 χλμ., θετική υψομετρική διαφορά 600 μ., 7 ώρες


Το Triesenberg είναι o μεγαλύτερος σε έκταση και σε υψόμετρο δήμος του Λιχτενστάιν. Έχει σπίτια βαμμένα σε λαμπερά χρώματα, με λαχανόκηπους, ιδιωτικούς αμπελώνες και ζαρντινιέρες με λευκά και ροζ λουλούδια. Τη δεύτερη μέρα συναντήσαμε τον 44χρονο πεζοπόρο Martin Knopfel, στον οποίο ανατέθηκε από το Marketing Liechtenstein να σχεδιάσει την επετειακή διαδρομή. To μονοπάτι σε αυτό το σημείο ήταν κατά βάση κατηφορικό. Στη βασική αρτηρία υπάρχουν παρατηρητήρια, απ’ όπου μπορούσα να δω τα καμπαναριά των εκκλησιών, το Triesen, τον Ρήνο, ακόμα και τις Ελβετικές Άλπεις.   


To κάστρο του Vaduz. (Φωτογραφία: Marina Pascucci/The New York Times)

 
Κατεβήκαμε σε ένα ξέφωτο, απ’ όπου είδαμε το κάστρο του Vaduz. Γίνεται ένα κάστρο του 12ου αιώνα να είναι ταπεινό; Απ’ ό,τι φαίνεται, ναι. Συνεχίσαμε προς το κέντρο του Vaduz, μιας μικρής πόλης με μια εσπλανάδα γεμάτη εστιατόρια και καταστήματα το ένα δίπλα στο άλλο, τα οποία κλείνουν κάθε βράδυ στις οκτώ. Όσο ήσυχα κι αν είναι τα βράδια στο Vaduz, εδώ βρίσκονται τα περισσότερα σημεία ενδιαφέροντος σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη πόλη του Λιχτενστάιν. Στον κεντρικό δρόμο περάσαμε μπροστά από το Kunstmuseum, γνωστό για τα έργα μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, το Μουσείο Ταχυδρομείου, το Εθνικό Μουσείο και το κτίριο του κοινοβουλίου με τα κίτρινα τούβλα. 

Τελικά σκαρφαλώσαμε πίσω στο δάσος και κατεβήκαμε στο Schaan, τη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, με 6.300 κατοίκους. Σταματήσαμε κοντά στη στάση του λεωφορείου για μια μπίρα – την είχαμε κερδίσει, άλλωστε, με το σπαθί μας. Μετά από δύο μέρες συνεχόμενου σκαρφαλώματος, ένιωθα τους πρώτους πόνους στα πόδια μου. Κι από πάνω είχα και τον Knopfel να σχολιάζει ότι φέρνει δημοσιογράφους που υποστηρίζουν ότι είναι «έμπειροι πεζοπόροι» και γι’ αυτό πρέπει να πάνε «σε όλα τα μονοπάτια», και μετά γκρινιάζουν ότι το Λιχτενστάιν είναι πιο μεγάλο από όσο νόμιζαν... 

Ημέρα 3η
Schaan – Planken – Eschen: 17 χλμ., θετική υψομετρική διαφορά 249 μ., 6 ώρες


Ο Schädler ήρθε και με πήρε από το ξενοδοχείο, για να πάμε με το αυτοκίνητο στο Schaan. Κατεβήκαμε μέσα από το δάσος στην καρτποσταλική πόλη Planken, με τα παραμυθένια σπίτια. Συμπτωματικά, από εδώ κατάγονται τα αδέρφια Hanni και Andreas Wenzel, οι σκιέρ που κέρδισαν έξι από τα δέκα μετάλλια του Λιχτενστάιν στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς μεταξύ 1976 και 1984.   

Την τρίτη μέρα είχαμε την ευκαιρία να δούμε στο Planken ένα από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα από τη λίστα των 133: τα ερείπια μιας από τις τέσσερις ρωμαϊκές βίλες που κατασκευάστηκαν στην επικράτεια του σημερινού Λιχτενστάιν. Μπορείς ακόμα να διακρίνεις το μεγάλο άνοιγμα, που ήταν η είσοδος της βίλας, και ένα μικρότερο, που εξυπηρετούσε τα ιαματικά λουτρά με την υπόγεια θέρμανση. Ευτυχώς για μένα, συνεχίσαμε τη διαδρομή σε επίπεδο έδαφος, ώσπου ο Schädler με άφησε σε μια στάση λεωφορείου στην πόλη Eschen. Αποχαιρετιστήκαμε. Είχε έρθει η ώρα να βασιστώ στους χάρτες και στο GPS μου. Ήμουν πλέον μόνος.

Ημέρα 4η
Eschen – Gamprin – Ruggell – Schellenberg: 18 χλμ., υψομετρική διαφορά 500 μ., 5½ ώρες


Περπάτησα στα απότομα, ήσυχα δρομάκια της  –άλλοτε βιομηχανοποιημένης, πλέον κατοικήσιμης– πόλης Eschen για μία ώρα. Δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσω τη μεγαλύτερη πεζοπορία της εβδομάδας. Παρ’ όλα αυτά, ο ήλιος μόλις ανέτειλε, δημιουργώντας ένα πανόραμα χρωμάτων πάνω από τα βουνά, κάτι που μου έδωσε δύναμη για να συνεχίσω. Κατηφόρισα προς το Gamprin, μια μικροσκοπική πόλη του Ρήνου, και ακολούθησα τη ροή του ποταμού προς την πόλη Ruggell.    

Από το Ruggell διέσχισα τεράστιες εκτάσεις προτού φτάσω σε ένα ξέφωτο. Εδώ κατάλαβα πού οφείλεται η φήμη του Schellenberg: στα ερείπια μιας ακόμα ρωμαϊκής βίλας με πέτρινο φούρνο και θέα στο Ruggell, στον Ρήνο και στις Ελβετικές Άλπεις.

Ημέρα 5η
Schellenberg – Mauren: 11 χλμ., θετική υψομετρική διαφορά 250 μ., 6 ώρες


Νωρίς το πρωί ξεκίνησα την πεζοπορία για ένα σημείο πάνω από το Schellenberg. Στις 9 π.μ., καθώς σκαρφάλωνα μέσα από τους αγρούς, είδα μια θάλασσα από σύννεφα να περιβάλλει τις κορυφές των βουνών, σαν βελούδινη κουβέρτα πίσω από τις μικρές αγροικίες.


Οι πεζοπόροι συναπαντιούνται με τις αγελάδες του πριγκιπάτου εν ώρα βοσκής. (Φωτογραφία: Marina Pascucci/The New York Times)


Άναψα στο φουλ τις μηχανές μου, για να φτάσω γρηγορότερα στα σύνορα της Αυστρίας με το Λιχτενστάιν, που ήταν και το τέλος της διαδρομής. Για κακή μου τύχη, το GPS μου με πρόδωσε. Οι οδηγίες του ήταν διαφορετικές από την πορεία που υποδείκνυαν οι χάρτες, με αποτέλεσμα να ζητήσω τρεις φορές βοήθεια και να γυρίσω πίσω άλλες δύο. Όταν επιτέλους βρήκα τον δρόμο μου, περνώντας μέσα από ένα τεράστιο πράσινο χωράφι και μέσα από τη μοναδική πολυσύχναστη αρτηρία που συνάντησα όλες αυτές τις μέρες, δεν μπορούσα να εντοπίσω το δασικό μονοπάτι που έψαχνα. 
 
Φοβούμενος ότι θα χάσω την πτήση μου από τη Ζυρίχη εκείνο το βράδυ, πήρα τηλέφωνο τον Knopfel για να με καθοδηγήσει, πράγμα που έκανε. Παρ’ όλα αυτά, πήρα και πάλι λάθος πορεία και, όταν πια έφτασα στα σύνορα, βρισκόμουν από την αυστριακή πλευρά. Τόλμησα να διασχίσω τα 15 μέτρα, να επιστρέψω στο Λιχτενστάιν και να πάρω μια αναμνηστική φωτογραφία της συνοριακής πινακίδας. Είχα φτάσει στο τέλος της φιλόδοξης εξόρμησής μου. Χρόνια πολλά, Λιχτενστάιν. Μεγάλωσες όμορφα!

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ