ΒΙΒΛΙΟ

Μικρή ερωτική καλοκαιρινή ιστορία 2

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Στη μαύρη θάλασσα» (1962), έργο του Ισραηλινού ζωγράφου Ααρών Απρίλ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Γνωρίστηκαν σε κάποια βαρετή βραδινή εκδήλωση με πολύ κόσμο. Εκείνη τον πλησίασε και του μίλησε. Ανταποκρίθηκε όμως στο αδιόρατο κάλεσμά της. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Και κάμποσα ζεστά χαμόγελα.

Δεν τηλεφωνήθηκαν ποτέ, αλλά ο ένας βομβάρδισε τον άλλο με μηνύματα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Στην αρχή, αντάλλασσαν πληροφορίες για αναγνώσεις, για μουσικές και ταινίες, για όλα όσα τους ερέθιζαν με παραπάνω από έναν τρόπους. Λίγο αργότερα, εκείνη του έγραφε μέσα από κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου στην Ιταλία για όλα όσα ζούσε και έβλεπε εκεί. Για πρώτη φορά προχώρησαν: του περιέγραψε με λεπτομέρειες το ηδονικό ντους που πήρε στο παλιό αρχοντικό λουτρό κάποιας ιταλικής πόλης.

Οταν εκείνη επέστρεψε, είχαν ανταλλάξει τόσο πολλά μηνύματα, τόσο εξομολογητικά και παθιασμένα, που και οι δύο απορούσαν για το πώς θα κοιτούσαν ο ένας τον άλλο. Μονάχα μία φορά είχαν βρεθεί έως τότε, σε εκείνη την κοσμική βραδιά.

Ηταν πρωί, μεσημέρι μάλλον, και η Αθήνα έβραζε. Ηταν το καλοκαίρι των Ολυμπιακών Αγώνων και η κυκλοφορία στους δρόμους ήταν περίεργα ήρεμη. Η ζέστη όμως επέμενε.

Εκείνη διατηρούσε ένα δικό της γραφείο στο Κουκάκι και τον προσκάλεσε εκεί. Το ότι ήταν κάθιδροι και οι δυο τους δεν τους αναχαίτισε, μάλλον φούντωσε ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Πόσες φορές βρέθηκαν εκεί, στο γραφείο που από ισόγειο μετατρεπόταν σε δεύτερο ή και τρίτο όροφο όταν κοιτούσε από την μπαλκονόπορτα στον ακάλυπτο; Τρεις ή τέσσερις. Τόσο λίγο, κι όμως τόσο πολύ.

Κάθε φορά ήταν το ίδιο· και κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη φορά. Είχε κάτι σχεδόν εφηβικό όλο αυτό, μια λαχτάρα ολοκλήρωσης που τους έκανε να μπερδεύονται κάθε τόσο. Γελούσαν χωρίς να μιλούν, ενώ από τον ακάλυπτο κάποιος επίδοξος πιανίστας δοκίμαζε κλίμακες σε ένα μάλλον ξεκούρδιστο όργανο.

Μου εξομολογήθηκε πως από ένα επαγγελματικό ταξίδι της στην Ελβετία του έφερε σοκολάτες που ήξερε ότι του αρέσουν. Εκείνος κοίταξε από το γραφείο της τον περήφανο φοίνικα που ορθωνόταν στον ακάλυπτο. Ηξερε για κάποιο λόγο ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά. Οτι έπρεπε να επιστρέψουν στις ζωές τους. Κάτι είχε τελειώσει. Ερήμην τους.

Οταν τον ρώτησα μετά πώς ένιωθε για όλο αυτό, που κράτησε τόσο λίγο –δεν έβγαλαν ούτε καν τους Ολυμπιακούς Αγώνες–, σήκωσε τους ώμους του μπερδεμένος. Εκανε μια χειρονομία με το χέρι του, κίνηση που περιείχε την πληρότητα και την έλλειψη μαζί, ανάλογα από ποια οπτική γωνία τον παρατηρούσες. Μια μικρή, ελάχιστη μετατόπιση και από την όχθη της αέναης παρουσίας περνούσες στην όχθη της αιχμηρής απουσίας. «Στα όνειρά μου πάντως», είπε μετά διστακτικά, «όταν με επισκέπτεται καμιά φορά, είναι σαν να κολυμπάω σε μια διάφανη θάλασσα νωρίς το πρωί, με την αυγή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ