Υπάρχουν δύο βασικές παρανοήσεις για τα κουνούπια. Ας ξεκινήσουμε από τη βασική. Μπορεί μια καλοκαιρινή βραδιά να έχει καθένας από εμάς σκοτώσει δεκάδες κουνούπια, με όλους τους πιθανούς τρόπους, όμως όσο επιτυχημένες κι αν είναι οι δολοφονικές μας εξορμήσεις, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το δικό του ποσοστό επιτυχίας. Τα τελευταία 100.000 χρόνια το κουνούπι έχει σκοτώσει 52 δισεκατομμύρια ανθρώπους, από τα 108 δισεκατομμύρια που έχουν περάσει από τον πλανήτη. Δηλαδή περίπου τους μισούς.

Κι όσο κι αν βάζουμε τα μεγάλα μέσα, από φιδάκια και αντικουνουπικά μέχρι αποξηράνσεις ελών και μαζικούς ψεκασμούς, περισσότερα από 100 τρισεκατομμύρια κουνούπια κινούνται στον πλανήτη ανά πάσα στιγμή. Αντιστοιχούν περίπου 13.000 κουνούπια για κάθε κάτοικο της γης. 

Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά και τα ιστορικά δεδομένα προκαλούν έκπληξη και δέος. Ειδικά αν συγκεντρωθούν σε βιβλίο, όπως έγινε στην περίπτωση του «The Mosquito: A Human History of Our Deadliest Predator», του Τίμοθι Σ. Γουάινγκαρντ, δίνουν άλλο νόημα στην καλοκαιρινή μάχη μας μαζί τους και γίνονται ιδανικό θέμα για μίντια σε όλο τον κόσμο, όπως το πρόσφατο αφιέρωμα του «New Yorker», όπου καταγράφεται πώς τα κουνούπια έχουν αλλάξει την ιστορία. Ξέρατε, για παράδειγμα, ότι οι δεινόσαυροι πριν από τον αφανισμό τους από μετεωρίτη ήταν στα πρόθυρα της εξαφάνισης από ασθένειες συνδεδεμένες με τα κουνούπια; Το αναφέρει ο συγγραφέας-ιστορικός του Πανεπιστημίου Mesa στο Κολοράντο. 

Και δεν είναι το μόνο. Το βιβλίο περιέχει αμέτρητα ιστορικά στοιχεία, όπως αυτό στην εισαγωγή του άρθρου στο «The New Yorker». Το 1698, 1.200 Σκωτσέζοι άποικοι κατευθύνονταν στην περιοχή Ντάριεν του Παναμά με πέντε πλοία, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν εμπορικό κόμβο που θα ένωνε τους δύο ωκεανούς και θα αύξανε τις οικονομικές προοπτικές του πεισματικά ανεξάρτητου βασιλείου τους. Το σχέδιο είχε προσελκύσει ευρύ φάσμα επενδυτών, από μέλη του κοινοβουλίου έως φτωχούς αγρότες. Η αποστολή, όμως, απέτυχε παταγωδώς, καθώς οι άποικοι αρρώσταιναν και πέθαιναν με πρωτοφανείς ρυθμούς, μεταξύ άλλων, από κίτρινο πυρετό και ελονοσία, ασθένειες που τους μετέφεραν τα τοπικά κουνούπια. Σε έξι μήνες οι ελάχιστοι που είχαν απομείνει γύρισαν πίσω. Το χρέος από την αποτυχία ήταν τέτοιο, που οδήγησε τους Σκωτσέζους να δεχτούν την προσφορά ενοποίησης από την Αγγλία. Κάπως έτσι, μέσω μιας απροσδόκητης διαδρομής, τα κουνούπια του Ντάριεν οδήγησαν στη γέννηση της Μεγάλης Βρετανίας...  

 

 
Το κοινό κουνούπι («Culex pipiens») αριστερά και το ασιατικό κουνούπι τίγρης («Aedes albopictus») δεξιά. Και τα δύο μικρότερα του εκατοστού στο μέγεθος. © Τμήμα Εντομολογίας και Γ. Ζωολογίας, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο

 

Κλίμα και παγκοσμιοποίηση αλλάζουν τα δεδομένα

Μπορεί σήμερα στην Ευρώπη να μην πεθαίνουμε κατά χιλιάδες από κουνούπια, όμως στον κόσμο περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους ετησίως από ασθένειες που συνδέονται με αυτά, όπως η ελονοσία, ο κίτρινος πυρετός, ο δάγκειος πυρετός, ο πυρετός Chikungunya, ενώ πλέον ο ιός Ζίκα έχει παγκόσμια εξάπλωση, και ο ιός του δυτικού Νείλου έχει κάθε χρόνο κρούσματα και θανάτους και στην Ευρώπη. Όπως φαίνεται, λόγω παγκοσμιοποίησης αλλά και κλιματικής αλλαγής, η απειλή των κουνουπιών γίνεται ορατή και σε εμάς τους «προνομιούχους». 

Με ποιους τρόπους απειλούμαστε; Ο δρ Αντώνης Μιχαηλάκης, ερευνητής στο Τμήμα Εντομολογίας και Γ. Ζωολογίας του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, εξηγεί στο «Κ»: «Δυνητικά, ο μισός πληθυσμός του πλανήτη κινδυνεύει από τα κουνούπια, αφού είναι διαβιβαστές θανατηφόρων ασθενειών. Υπάρχουν δύο νέα δεδομένα που ευνοούν τη μετάδοσή τους και στην Ευρώπη. Το ένα είναι η κλιματική αλλαγή, λόγω της οποίας τα καλοκαίρια μας διαρκούν περισσότερο και έχουν έντονες βροχοπτώσεις. Το άλλο είναι η παγκοσμιοποίηση. Μέσω των εμπορικών ταξιδιών και της μετακίνησης πληθυσμών μεγαλώνουν οι πιθανότητες να συνυπάρξει το κουνούπι-διαβιβαστής με την επικίνδυνη ασθένεια. Στην Ελλάδα, π.χ., έχουμε παρουσία του κουνουπιού τίγρης (“Aedes albopictus“), είδους που είναι διαβιβαστής ασθενειών όπως ο δάγκειος πυρετός, ο Ζίκα, ο πυρετός Chikungunya». 

Εδώ είναι η δεύτερη παρανόηση σχετικά με τα κουνούπια. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι που μεταδίδει τις ασθένειες στα κουνούπια του είδους «aedes» και όχι το αντίστροφο - αυτό γίνεται στη συνέχεια. «Το κουνούπι τίγρης είναι εξαιρετικά επιθετικό και κυκλοφορεί μόνο την ημέρα, τις παραγωγικές ώρες για τον άνθρωπο. Το ίδιο όμως δεν κουβαλάει τις ασθένειες, παρά μόνο αν τσιμπήσει κάποιον φορέα. Άρα, πάτε εσείς ένα ταξίδι στην Ταϊλάνδη ή σε άλλη τροπική χώρα, κολλάτε δάγκειο πυρετό και επιστρέφετε εδώ ασθενής. Αυτό είναι ένα εισαγόμενο κρούσμα. Αν, όμως, πριν αναρρώσετε σας τσιμπήσει εδώ ένα κουνούπι τίγρης, τότε κολλάει τον ιό και τον μεταδίδει σε όποιον άλλον τσιμπήσει μετά από εσάς (εγχώριο πλέον κρούσμα). Τα εισαγόμενα κρούσματα δηλώνονται υποχρεωτικά στον ΕΟΔΥ (πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ) από τους γιατρούς που θα τα διαγνώσουν. Το υπουργείο Υγείας διαθέτει ένα διαχειριστικό σχέδιο, και στην περίπτωση εισαγόμενου κρούσματος οι σχετικοί φορείς λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα και εφαρμόζονται οι σχετικές δράσεις, ώστε αφενός να μειώσουμε τον πληθυσμό του διαβιβαστή και αφετέρου να μειώσουμε την πιθανότητα να έρθει σε επαφή ο “ασθενής” με τον διαβιβαστή. Με την ορθή εφαρμογή του διαχειριστικού σχεδίου, έχουμε καταφέρει να μην έχουμε ούτε ένα εγχώριο κρούσμα. Παρ’ όλα αυτά όσο υπάρχουν κουνούπια τίγρεις και πολίτες που επιστρέφουν ασθενείς, ο κίνδυνος υπάρχει».  

Για αυτό ευθύνεται κυρίως η αυξημένη μετακίνηση πληθυσμών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των περιστατικών στην Ευρώπη αφορά ανθρώπους που επέστρεψαν από ενδημικές χώρες - κυρίως τουρίστες και σπανίως μετανάστες, αφού ο τουρίστας μέσα σε λίγες ώρες βρίσκεται από την ενδημική χώρα στην πατρίδα του.

Η ελονοσία που μεταδίδεται από το ανωφελές κουνούπι («Aedes anopheles») επί δεκαετίες δεν απασχολούσε τον αναπτυγμένο κόσμο. Στις ΗΠΑ είχε εξαλειφθεί από τη δεκαετία του 1950, σήμερα όμως τα περιστατικά ολοένα και αυξάνονται, με την εικόνα στην Ευρώπη να είναι αντίστοιχη. Όπως αναφέρει ο ΕΟΔΥ, ειδικότερα στη χώρα μας, από το 2009 και μετά, καταγράφηκαν, σχεδόν κάθε έτος, σε διάφορες περιοχές της χώρας κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης (σε ασθενείς που δεν ανέφεραν ιστορικό ταξιδιού σε ενδημικές χώρες). 

Ο ιός του δυτικού Νείλου, τέλος, μεταδίδεται από το κοινό (βραδινό) κουνούπι («Culex pipiens»). 

 

 
Ο δρ Αντώνης Μιχαηλάκης, ερευνητής στο Τμήμα Εντομολογίας και Γ. Ζωολογίας στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο. © Νίκος Κοκκαλιάς

 

Και πώς προφυλασσόμαστε;

Παρά τις συνήθεις γκρίνιες «γιατί δεν ψεκάζει η πολιτεία;» στα αστικά και ημιαστικά περιβάλλοντα, η λύση δεν είναι αυτή, όπως λέει ο δρ Μιχαηλάκης. «Για τα αστικά κουνούπια δεν μπορούμε να ψεκάσουμε μια ολόκληρη πόλη. Μπορούμε και πρέπει ως κράτος να διαχειριστούμε τις εστίες στάσιμου νερού στον δημόσιο χώρο, όμως το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών είναι σε ιδιωτικούς χώρους, όπως, π.χ., ακάλυπτοι πολυκατοικιών, αυλές, μπαλκόνια. Άρα σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται και από τους πολίτες. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τους εκπαιδεύσουμε. Να ξέρουν πως οτιδήποτε κρατάει νερό από βροχές, όπως σκουπίδια, βαρέλια, μέχρι και πιατάκια από γλάστρες ή κουβάδες για σφουγγαρίστρες ή αιρ κοντίσιον, είναι εστία κουνουπιών».

Μπορούμε να εξαφανίσουμε τα κουνούπια;

Μπορούμε, αλλά δεν πρέπει. «Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο», λέει ο κ. Μιχαηλάκης. «Υπάρχουν 3.500 είδη κουνουπιών παγκοσμίως, αλλά τα περισσότερα από αυτά δεν ενοχλούν τους ανθρώπους, τρέφονται από φυτά και χυμούς φρούτων, όλα αποτελούν βασική τροφή για πολλά είδη ψαριών και βατράχων, ενώ είναι σημαντικοί επικονιαστές. Η εξαφάνιση των κουνουπιών είναι καταστροφικό σενάριο με πολλές παρενέργειες στη φύση. Επιστήμονες ανά τον κόσμο υποστηρίζουν ότι η εξαφάνισή τους μπορεί να οδηγήσει στην αντικατάστασή τους από άλλα είδη (ως τροφή) και δεν ξέρουμε αν αυτά θα είναι χειρότερος εχθρός για τον άνθρωπο. Ο στόχος μας πρέπει να είναι ρεαλιστικός, και δεν είναι άλλος από τη μείωση των πληθυσμών τους σε επίπεδα τόσο χαμηλά, ώστε να μην προκαλούν όχληση και ασθένειες, με δράσεις που θα λαμβάνουν υπόψη το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, ούτε τρικ». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ