Τα έργα της Μαρίας Φιλοπούλου έχουν μια μεταδοτική ευτυχία ή –αν προτιμάτε– μια μαγική δύναμη: τα κοιτάς και αμέσως μεταφέρεσαι στον χωροχρόνο του καλοκαιριού, δίπλα στη θάλασσα, κάτω από τον ήλιο. Κυρίως μεταφέρεσαι μακριά από τις έγνοιες της καθημερινής ζωής, σε μια άλλη διάσταση, όπου η ελευθερία και η χαρά έχουν τον πρωτεύοντα ρόλο. Λένε ότι οι καλλιτέχνες έχουν εκλεκτικές συγγένειες με τα θέματα που επιλέγουν. Στην περίπτωση της Φιλοπούλου, αυτό είναι απολύτως αλήθεια. Δεινή κολυμβήτρια η ίδια, δεν σταματά να πηγαίνει στη θάλασσα ούτε τον χειμώνα. Είναι χαρακτήρας «ηλιόλουστος», γεμάτος γενναιοδωρία και φως,  που αγαπά με πάθος τα ελληνικά νησιά.

Τη συνάντησα στο ατελιέ της στο Καβούρι, όπου περνά την περισσότερη ώρα της ημέρας. «Μου αρέσει που βρίσκομαι δίπλα στο νερό. Μου δημιουργεί ηρεμία, ασφάλεια και έμπνευση ότι ζωγραφίζω δίπλα στη θάλασσα, αν και, όταν πιάνω το πινέλο, χάνω συχνά την αίσθηση του τόπου και της ώρας που περνά», είναι τα πρώτα της λόγια. Φανατική αναγνώστρια της «Κ», δέχτηκε με μεγάλη χαρά να κάνει ένα έργο για την επέτειο των 100 ετών: «Η εφημερίδα δεν είναι απλώς μια συνήθεια. Είναι ένας συνοδοιπόρος της ζωής. Έτσι, σκέφτηκα να ζωγραφίσω ένα φύλλο της “Κ” δίπλα στους λουομένους που μόλις έχουν τελειώσει το κολύμπι και απολαμβάνουν το ηλιοβασίλεμα στην Υδρονέττα. Αυτό το μέρος στην Ύδρα είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου στον κόσμο και φιγουράρει σε πολλά από τα έργα μου. Είναι σαν προνομιακό παρατηρητήριο των κολυμβητών που χαίρονται τη θάλασσα και το καλοκαίρι», υπογραμμίζει η ζωγράφος που έχει κάνει σειρά έργων με ηλιοβασιλέματα στη θάλασσα.

 

 
«Η εφημερίδα είναι ένας συνοδοιπόρος της ζωής. Έτσι, σκέφτηκα να ζωγραφίσω ένα φύλλο της “Κ” δίπλα στους λουομένους», λέει η Μαρία Φιλοπούλου.  

 

Η κλίση της για τη ζωγραφική φάνηκε από νωρίς. Και όταν ήρθε η κρίσιμη ώρα της επιλογής, στα 18 της χρόνια, ο αείμνηστος πατέρας της, Γιάννης Φιλόπουλος, συνόδευσε τη θυγατέρα του μέχρι το Παρίσι, για να εγγραφεί στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και να μαθητεύσει στο πλευρό του Λεονάρντο Κρεμονίνι. Κατά έναν τρόπο, ο σπουδαίος Ιταλός, που υπερασπίστηκε την τέχνη του χρωστήρα τις δεκαετίες ’80 και ’90, όταν όλοι είχαν ανακοινώσει την αποδρομή ή τον «θάνατό» της, αποτέλεσε για τη Φιλοπούλου πνευματικό πατέρα: «Από τον Κρεμονίνι έμαθα να κρατώ μέσα μου την αγάπη για τη δουλειά μου και την όρεξη να ζωγραφίζω συνεχώς ως φυλακτό. Δίδασκε τόσο με τον υπέροχο λόγο του όσο και με την ίδια τη ζωγραφική του και το παράδειγμα της ζωής του. Ήταν ένας φιλόσοφος και είμαι πολύ τυχερή που τόσο εγώ όσο και μια σειρά από Έλληνες βρεθήκαμε να σπουδάζουμε στο ατελιέ του», λέει η ζωγράφος, που είχε ως συνοδοιπόρους στο Παρίσι τον Εδουάρδο Σακαγιάν, τον Γιώργο Ρόρρη, τον Αλέξη Βερούκα, τον Στέφανο Δασκαλάκη κ.ά.

Πραγματοποίησε την πρώτη της έκθεση στην περίφημη γκαλερί «Ώρα» του Μπαχαριάν το 1990 και έκτοτε έχει υπάρξει ακαταπόνητα παραγωγική.Πριν από την ενότητα με τις θάλασσες και τους κολυμβητές, είχε ασχοληθεί με την αποτύπωση περίκλειστων χώρων: πρώτα, ήταν το μικρό της διαμέρισμα στην Πόλη του Φωτός, η οροφή του εργαστηρίου του Κρεμονίνι, ο ακάλυπτος χώρος και οι σκάλες του στο πρώτο εργαστήρι που νοίκιασε στην επιστροφή της στην Αθήνα. Αργότερα ανακάλυψε πόσο τη γοήτευαν τα θερμοκήπια στον Μαραθώνα και στην Πελοπόννησο. Περνούσε άπειρες ώρες ζωγραφίζοντας τα φυτά μέσα στο πλαστικό τους κέλυφος.

Ταξίδια, Ελλάδα, Μεσόγειος

Μετά έστρεψε το βλέμμα της στη θάλασσα, σε κόλπους που σχημάτιζαν μια αγκαλιά. Οι κολυμβητές εμφανίστηκαν θριαμβευτικά σε μια έκθεση στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη το 2002. Πολλά ήταν εμπνευσμένα από εκδρομές που είχε κάνει στη μικρασιατική ακτή και στο Παμούκαλε. Μπαίνω στον πειρασμό να τη ρωτήσω αν θα σκεφτόταν ποτέ να εγκατασταθεί σε κάποιο άλλο μέρος της Μεσογείου. «Τα ταξίδια είναι μέρος της ζωής μου. Μου αρέσει να ανακαλύπτω πόλεις και να επισκέπτομαι μουσεία του εξωτερικού. Θεωρώ πως ένας ζωγράφος πρέπει να εξασκεί το βλέμμα του συνεχώς, να βλέπει τι έκαναν οι παλαιότεροι, αλλά και οι συγκαιρινοί του. Δύσκολα θα μπορούσα θα ζήσω μακριά από την Ελλάδα, μακριά από το Αιγαίο. Και η αλήθεια είναι πως έχω βάλει στόχο να επισκεφτώ ακόμα και το πιο μικρό νησάκι. Νομίζω ότι μετά από τριάντα χρόνια τα έχω καταφέρει», λέει χαμογελώντας.

Αυτή την περίοδο συμμετέχει σε μια ομαδική έκθεση στο Δημοτικό Σχολείο στο Κάστρο στη Σίφνο, σε επιμέλεια της Ίριδας Κρητικού, με τίτλο «Το ωραίο νησί». Όσο για την επόμενη σεζόν, συζητά αυτή την περίοδο για την προετοιμασία μιας αναδρομικής έκθεσης στον χώρο της Συλλογής Φέλιου στη Φωκίωνος Νέγρη 16. «Έχω την ευλογία να αγαπώ με πάθος αυτό που κάνω. Έτσι, όχι μόνο δεν με κουράζει, αλλά μου δίνει δύναμη και ενέργεια να αντιμετωπίσω κάθε αντιξοότητα. Και καμιά φορά, όταν αυτό δεν αρκεί, μια βουτιά στη θάλασσα τα φέρνει όλα στη θέση τους», είναι η κουβέντα με την οποία με αποχαιρετά. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ