«Τον Αύγουστο του 1999, την ώρα που η Ελλάδα βρισκόταν στα κλαμπ, χόρευε τσιφτετέλια και πετούσε λεφτά από το παράθυρο, εγώ αποφάσισα να κάνω μια ταινία που δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά, μια ταινία που δεν είχε καμία προδιαγραφή για να αρέσει στο κοινό της εποχής», θυμάται σήμερα ο Ρένος Χαραλαμπίδης. Πράγματι. Η ταινία του δεν προβλήθηκε δεύτερη εβδομάδα στους κινηματογράφους, ενώ οι κριτικές στις εφημερίδες ήταν ως επί το πλείστον κακές. Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι είκοσι χρόνια μετά θα συζητούσαμε ακόμη για τα «Φτηνά τσιγάρα». Ότι η ταινία θα παιζόταν στα θερινά. Ότι θα ξέραμε απέξω τις ατάκες της. 

Τίποτα δεν είναι περίεργο. Η ταινία (μια ταινία «ανδρικού ρομαντισμού», όπως λέει ο ίδιος, μια ποιητική περιπέτεια αναζητήσεων στο κέντρο της Αθήνας) ήταν τότε εκτός κλίματος, σε μια περίοδο μάλιστα μεγάλης απαξίωσης για το ελληνικό σινεμά, τους Έλληνες κινηματογραφιστές του ανεξάρτητου χώρου και ακόμα περισσότερο τους νεαρούς – ο Χαραλαμπίδης ήταν τότε 28 χρονών. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι η ταινία αγαπήθηκε τότε μόνο από λίγους, ούτε όμως ότι αυτοί οι λίγοι την αγάπησαν πολύ. Όταν κυκλοφόρησε στα βιντεοκλάμπ, κέρδισε σταδιακά ένα μεγαλύτερο κοινό, αλλά και πάλι το στάτους της ταινίας δεν θα είχε αλλάξει αν δεν είχε εν τω μεταξύ μπει στη ζωή μας το ίντερνετ. Έτσι, η ίδια ταινία που προσπεράστηκε ελαφρά τη καρδία ως αδιάφορη μετριότητα σήμερα αποθεώνεται μαζικά από τη νέα γενιά και μετράει στο YouTube (όπου υπάρχει ολόκληρη) μισό εκατομμύριο views. Δεν υπολογίζουμε τις επιμέρους σκηνές που αναπαράγονται σε δεκάδες μικρά βίντεο και έχουν γίνει με τα χρόνια κλασικές. 

Η μεταμόρφωση της Αθήνας

Εκείνες τις είκοσι τρεις ημέρες του Αυγούστου του 1999 που διήρκεσαν τα γυρίσματα, πιθανόν εν αγνοία του, ο Χαραλαμπίδης εξασφάλισε για τις επόμενες γενιές την εικόνα μιας Αθήνας που χανόταν. Βλέποντας την ταινία σήμερα, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πόσα γεγονότα έχουν στριμωχτεί σε αυτά τα είκοσι χρόνια, μεταμορφώνοντας την πόλη σε κάτι εντελώς διαφορετικό. «Ένας φίλους μου λέει ότι τα “Φτηνά τσιγάρα” είναι ταινία εποχής. Δεν θα μπορούσε να γυριστεί τώρα. Πού θα βρεθεί κίτρινο τρόλεϊ ή θάλαμος με καρτοτηλέφωνο;» λέει ο Χαραλαμπίδης. «Το 1999 η Αθήνα ήταν ακόμη μια πόλη που άδειαζε τον Δεκαπενταύγουστο, μια πόλη όπου μπορούσες να χαθείς (σ.σ. όπως χάνεται ο ίδιος και η Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, μεταξύ τους άγνωστοι, στην τυχαία τους συνάντηση στο κέντρο της Αθήνας). Είχαμε ακόμη δραχμές και δεν είχαμε μετρό. Κανείς δεν περνούσε από την πλατεία Συντάγματος». 

Ο σταθμός του Συντάγματος λειτούργησε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2000, λίγους μήνες μετά τα γυρίσματα, αλλάζοντας εντελώς την εικόνα του κέντρου. «Ακολούθησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και σιγά σιγά άνοιξε ο ασκός του Αιόλου, και σήμερα η Αθήνα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις του πλανήτη», μου λέει. «Τη δεκαετία του ’90 ήμασταν κάπως απομονωμένοι. Οι ταινίες έρχονταν με έναν χρόνο καθυστέρηση, το ίδιο και οι δίσκοι, ενημερωνόμασταν ελάχιστα και ήταν δύσκολο να ταξιδέψουμε λόγω δραχμών». Και η κρίση; Πώς άλλαξε η κρίση την Αθήνα; «Είναι σαν η πόλη να κατάλαβε καλύτερα τον εαυτό της, εγώ που μένω στο κέντρο έτσι το έζησα. Είναι αυτό που έλεγε ο Άσιμος, ότι “μες στα συντρίμμια ολοκληρώνεσαι αλήθεια”». Ο Νικόλας Άσιμος σχετίζεται παραδόξως με τα «Φτηνά τσιγάρα», καθώς στο σπίτι όπου έζησε και πέθανε, στην οδό Καλλιδρομίου 55, στήθηκε από την παραγωγή της ταινίας το καφέ όπου συχνάζουν οι μυθικές φιγούρες του Τάκη (Άλκης Παναγιωτίδης) και του Τέλη (Κώστας Τσάκωνας). 

Το σημείο όπου βρισκόμαστε δεν είναι μακριά από το 55. Μερικά νούμερα στον δρόμο και είκοσι καλοκαίρια μετά. Μου λέει ότι η ζωή του έχει γίνει καλύτερη από τότε, αλλά ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει. Είναι ο ίδιος, ζει με τον ίδιο τρόπο, έχει ίδιες συνήθειες. Μου μιλάει για την ποίηση, τους στωικούς, για τα σενάριά του που ωριμάζουν στα συρτάρια του, για το παλιό και το καινούργιο Ζόναρς, για τη μοναξιά του καλλιτέχνη, για το όραμα της Νουβέλ Βαγκ – είναι σαφές ότι την ιδιότητα του «συλλέκτη στιγμών», με την οποία συστήνεται ως πρωταγωνιστής στα «Φτηνά τσιγάρα», δεν την έχει εγκαταλείψει στην προσωπική του ζωή. 

 

 

Ένας θαρραλέος Αύγουστος

Αναρωτιέμαι αν νοσταλγεί εκείνον τον Αύγουστο. «Όχι», μου λέει. «Ένιωθα να πέφτω με ένα αλεξίπτωτο χωρίς να ξέρω αν θα ανοίξει. Τότε τα πρωινά έπαιζα στο “Κάτι τρέχει με τους δίπλα” και το βράδυ γύριζα τα “Φτηνά τσιγάρα”, φαντάσου διχασμός. Δυο σύμπαντα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Τα γυρίσματα ήταν δύσκολα. Η ουσία είναι να περνάει καλά το κοινό όταν θα δει την ταινία, όχι οι δημιουργοί της όταν τη φτιάχνουν. Ήταν μια μπερδεμένη περίοδος, ένας θαρραλέος Αύγουστος». Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς η στιγμή που ένας άνθρωπος κάνει το βήμα από έναν αιώνα σε έναν άλλον, περνώντας σε μια ολοκαίνουργια χιλιετία και αποχαιρετώντας μια πόλη. Το σινεμά χρειάζεται γενναιότητα και αυτός είναι ο λόγος που είκοσι καλοκαίρια μετά συζητάμε ακόμη για μια ταινία που στην κυκλοφορία της κατέβηκε από τις αίθουσες με συνοπτικές διαδικασίες.

Τσάϊ στη Σαχάρα

Και τα χρυσόψαρα; Δεν μπορούσα να μην τον ρωτήσω. Πώς προέκυψαν τα χρυσόψαρα που εμφανίζονται στην ταινία; Χωρίς να απαντήσει, ξεκινάει να μου λέει μια ιστορία για την άνοιξη του 1999 και ένα ταξίδι που είχε κάνει στην Ταγγέρη για ένα φεστιβάλ. Περιγράφει πώς, από πλήξη περισσότερο, ενώ καθόταν στο ξενοδοχείο, αποφάσισε να ρωτήσει έναν ντόπιο που φορούσε ένα ροδακινί κοστούμι αν γνώριζε τον Πολ Μπόουλς, τον θρυλικό Αμερικανό συγγραφέα του «Τσάι στη Σαχάρα», που όντως ζούσε εκείνη την περίοδο στην Ταγγέρη. Ο Μαροκινός με το ροδακινί κοστούμι τού είπε ότι, έναντι δέκα δολαρίων, μπορούσε να τον οδηγήσει στο σπίτι του Μπόουλς. Ο Χαραλαμπίδης δέχτηκε και τον ακολούθησε για ώρα στα στενά της πόλης, μέχρι που έφτασαν έξω από ένα σπίτι που στο κουδούνι του αναγραφόταν πράγματι το όνομα του συγγραφέα. Χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ένας πανύψηλος Σουηδός. Ο Χαραλαμπίδης εξέφρασε την επιθυμία του να γνωρίσει τον Μπόουλς, και ο Σουηδός, ο οποίος αποδείχτηκε ότι ήταν ο γραμματέας του συγγραφέα, τον έβαλε στο σπίτι. «Μας έβγαλε μαζί και μια φωτογραφία, που ευτυχώς μου την έστειλε τρία χρόνια αργότερα, γιατί αλλιώς κανείς δεν θα πίστευε αυτή την ιστορία. Πήγα άλλες δυο τρεις φορές στο σπίτι του και κάναμε μερικές σύντομες κουβέντες. Λίγο καιρό μετά πέθανε. Θυμάμαι όμως ότι είχαμε συζητήσει για τη συνήθεια των Μαροκινών να κρεμάνε πάνω από τους πάγκους στις λαϊκές αγορές σακούλες με νερό που μέσα τους κολυμπούσαν χρυσόψαρα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ