Τέσσερις φιλόδοξοι 25χρονοι, ένας ιδεαλιστής κτηνοτρόφος κι ένας επίμονος κινηματογραφιστής, κάποιες δεκάδες μουσικοί και πολλές χιλιάδες θεατές δημιούργησαν (σχεδόν κατά λάθος) πριν από 50 χρόνια τον μύθο του Φεστιβάλ του Γούντστοκ.

«Νέοι άνδρες με απεριόριστο κεφάλαιο αναζητούν ενδιαφέρουσες και νόμιμες προτάσεις για να επενδύσουν». Αυτή την αγγελία έβαλαν οι Τζόελ Ρόσενμαν και Τζον Ρόμπερτς στη «Wall Street Journal» και τους «New York Times», αναζητώντας υλικό για μια τηλεοπτική κωμωδία που σκόπευαν να γυρίσουν, σχετικά με τη ζωή δύο επενδυτών που δεν ήξεραν τι να κάνουν τα χρήματά τους. Η ιδέα ήταν εν μέρει αυτοβιογραφική, καθώς ο Ρόμπερτς είχε κληρονομήσει ένα σημαντικό ποσό από μια φαρμακευτική εταιρεία. Η σειρά δεν γυρίστηκε ποτέ, αλλά οι δύο νεαροί φίλοι και συγκάτοικοι (που είχαν γνωριστεί λίγο καιρό νωρίτερα παίζοντας γκολφ) βρήκαν όντως πού να επενδύσουν τα χρήματά τους (και, τελικά, να τα χάσουν): σε ένα φεστιβάλ ροκ μουσικής. 

Την ιδέα για το φεστιβάλ του Γούντστοκ, πάντως, πρέπει να την πιστωθεί ο Μάικλ Λανγκ, ένας υπερδραστήριος τυχοδιώκτης που στα 25 του είχε ήδη διοργανώσει ένα σημαντικό φεστιβάλ στο Μαϊάμι, είχε ανακατευτεί με τη χίπικη κουλτούρα και, ακολουθώντας το ένστικτό του, είχε καταλήξει στο Γούντστοκ, μια κωμόπολη στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης, όπου εκείνα τα χρόνια συνέρρεαν καλλιτέχνες όπως ο Ντίλαν, η Τζόπλιν και ο Τζίμι Χέντριξ. Εκεί ο Λανγκ γνώρισε τον νεαρό αντιπρόεδρο της Capital Records, Άρτι Κόρνφελντ, και τη σύζυγό του, Λίντα, στο σπίτι των οποίων εγκαταστάθηκε. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Λανγκ, ένα βράδυ είπε το εξής: «Γιατί δεν φωνάζουμε όλους τους μουσικούς που θα θέλαμε να ακούσουμε, και μετά να καλέσουμε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους νιώθουμε ότι κάτι μας συνδέει, για να δούμε τι θα γίνει;»

Οι Λανγκ και Κόρνφελντ συναντήθηκαν με τους Ρόσενμαν και Ρόμπερτς τον Ιανουάριο του 1969 και, αφού συζήτησαν πολλές διαφορετικές ιδέες, προχώρησαν στη σύσταση της εταιρείας Woodstock Ventures, με σκοπό τη διοργάνωση ενός μεγαλειώδους φεστιβάλ σε ανοιχτό χώρο. Ήταν τέσσερις άνθρωποι γύρω στα 25, με ελάχιστη έως καμία εμπειρία, άγνωστοι στον χώρο, υποκινούμενοι πρωτίστως από τον ενθουσιασμό της ηλικίας τους και όχι από κάποιο πολύ συγκεκριμένο πλάνο. Μπορεί το φεστιβάλ να ήταν μια επιχειρηματική κίνηση, αλλά συγχρόνως ήταν το καλοκαίρι του 1969. Το καλοκαίρι της αγάπης. Για αυτό και το Γούντστοκ, εκτός από όλους τους συμβολισμούς που απέκτησε σχεδόν άμεσα και διατήρησε μέσα στις δεκαετίες, ήταν επίσης μια ιστορία ατυχών γεγονότων, κακού προγραμματισμού, λάθος εκτιμήσεων, ένα τριήμερο παράνοιας και απίθανων περιστατικών. 

 


Ο ιδιοκτήτης της φάρμας, Μαξ Γιασγκούρ, έγινε σύμβολο των ημερών όταν πήρε το μικρόφωνο και είπε ότι η παρουσία ενός τέτοιου πλήθους έδωσε ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο. © Bettmann, Barry Z Levine /Getty Images/Ideal Image

 

Η φάρμα με τις αγελάδες

Το φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε από το τις 15 έως τις 18 Αυγούστου, αλλά μέχρι και τα μέσα Ιουλίου κανείς δεν γνώριζε πού ακριβώς θα γίνει το φεστιβάλ, καθώς, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, το Γούντστοκ δεν έγινε στο Γούντστοκ, αλλά 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, στην πόλη Μπέθελ. Ο Λανγκ έσπευσε εκεί έπειτα από το τηλεφώνημα ενός πιτσιρικά, του Έλιοτ Τίμπουρ, ο οποίος είχε στα χέρια του μια άδεια διεξαγωγής συναυλιών που είχε αγοράσει έναντι 12 δολαρίων. Ο χώρος που πρότεινε ο Τίμπουρ ήταν πλήρως ακατάλληλος, αλλά δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον χώρο ακριβώς δίπλα, τη φάρμα ενός γαλακτοπαραγωγού ονόματι Μαξ Γιασγκούρ. Ο 49χρονος κτηνοτρόφος ήταν μάλλον η τελευταία ελπίδα του Λανγκ και προς μεγάλη του ανακούφιση ο Γιασγκούρ δέχτηκε να μαζέψει για λίγες μέρες τις αγελάδες του και δεν έκανε πίσω παρά τα απειλητικά τηλεφωνήματα που ακολούθησαν. Κανείς δεν ήθελε μερικές χιλιάδες χίπιδες στην περιοχή. Στην αρχή οι θεατές υπολογίζονταν σε 50.000, η προπώληση των εισιτηρίων έδειξε ότι θα φτάσουν τις 180.000 και, τελικά, μαζεύτηκε σχεδόν μισό εκατομμύριο. 

Οι διοργανωτές δεν είχαν προλάβει να στήσουν ταμεία για εισιτήρια, και η αυτοσχέδια περίφραξη του χώρου αποδείχτηκε υποτυπώδης, οπότε το φεστιβάλ κατέληξε να έχει ελεύθερη είσοδο. Στους γύρω δρόμους προκλήθηκε, αναμενόμενα, χάος. Για να προσεγγίσουν τον χώρο πολλοί παράτησαν τα αυτοκίνητά τους ακόμα και 15 χιλιόμετρα μακριά. Ορισμένοι από τους μουσικούς δεν κατάφεραν να φτάσουν στην ώρα τους και για αυτό το φεστιβάλ άνοιξε ο Ρίτσι Χέιβενς, ενώ, βάσει προγράμματος, αναμενόταν να εμφανιστεί πέμπτος. Ο Χέιβενς έπαιξε για 40 λεπτά, όπως ήταν η συμφωνία, αλλά όταν κατέβηκε από τη σκηνή, οι διοργανωτές τον παρακάλεσαν να πει άλλα τέσσερα τραγούδια και μετά άλλα τέσσερα και άλλα τέσσερα και, τελικά, έμεινε στη σκηνή για κάτι λιγότερο από τρεις ώρες, μέχρι που, όπως δήλωσε ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα, είχε παίξει όλα τα τραγούδια που ήξερε. 

Ορισμένοι από τους καλλιτέχνες απαίτησαν τα χρήματά τους προκαταβολικά. Ο μύθος λέει ότι για να πληρωθούν η Τζόπλιν και οι Grateful Dead χρειάστηκε να βρεθεί ανοιχτή τράπεζα το Σάββατο το βράδυ. Βρέθηκε. Λέγεται ότι ο Ρόμπερτς εμφανίστηκε με σακούλες με δολάρια μέσα στη νύχτα. Και μετά ξεκίνησε να βρέχει, και όλα γίνονταν μετ’ εμποδίων και με τρομερή καθυστέρηση. Το φεστιβάλ υποτίθεται ότι θα ολοκληρωνόταν την Κυριακή το βράδυ, αλλά ο Τζίμι Χέντριξ δεν ανέβηκε στη σκηνή παρά μόνο νωρίς το πρωί της Δευτέρας, κάτω από έναν μουντό ουρανό και μπροστά στους λίγους θεατές που είχαν απομείνει. Ήταν λιγότεροι από 30.000 όσοι είδαν ζωντανά την παραμορφωτική εκτέλεση του ύμνου των Ηνωμένων Πολιτειών, που υπήρξε το μουσικό χαϊλάιτ του Γούντστοκ.  

Το μεσημέρι της Δευτέρας

Τα πραγματικά προβλήματα ήταν άλλα. Στο επεισοδιακό τριήμερο έχασαν τη ζωή τους δύο νεαροί. Ένας από υπερβολική δόση και ένας που καταπατήθηκε ενώ κοιμόταν από ένα τρακτέρ, ο οδηγός του οποίου δεν εντοπίστηκε ποτέ. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, διαβάζοντας τα δημοσιεύματα της εποχής, οι δύο νεκροί αντιμετωπίστηκαν εντελώς κυνικά ως μεγάλη επιτυχία της διοργάνωσης, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι εντός μιας τέτοιας ανεξέλεγκτης κατάστασης θα μπορούσαν να είναι πολύ περισσότεροι. Καταγράφηκαν 5.162 ιατρικά περιστατικά (τραυματισμοί, δηλητηριάσεις κ.ά.), ενώ πιθανότατα ευσταθούν οι φήμες περί μίας ή δύο γεννήσεων στον χώρο ή στα πέριξ του φεστιβάλ. 

Τη Δευτέρα το μεσημέρι, λοιπόν, η φάρμα του Γιασγκούρ είχε πια αδειάσει. Χρειάστηκε, βέβαια, καιρός μέχρι να μπορέσει να καθαριστεί και να επαναλειτουργήσει. Όσο για τους τέσσερις νεαρούς διοργανωτές, είχαν βρεθεί χρεωμένοι με 1 εκατ. δολάρια και 80 μηνύσεις να εκκρεμούν. Ήταναξέχαστο πάρτι, από εκείνα που το πρωί ξυπνάς με πονοκέφαλο. Αυτό που τους έσωσε ήταν ότι είχαν προνοήσει να προσλάβουν έναν σκηνοθέτη, τον Μάικλ Γουόντλεϊ, έναν πρώην φοιτητή ιατρικής που γύριζε ανεξάρτητες ταινίες. Ο 27χρονος Γουόντλεϊ έφτιαξε ένα ντοκιμαντέρ εξίσου μυθικό με το φεστιβάλ (γιγαντώνοντας τον μύθο του και διασώζοντάς το μέσα στις δεκαετίες), κερδίζοντας το σχετικό Όσκαρ της επόμενης χρονιάς – μέρος των εσόδων κατέληξαν στην Woodstock Ventures. Ένα ενδιαφέρον παραλειπόμενο είναι ότι ο Γουόντλεϊ είχε μαζί του έναν βοηθό, έναν νευρικό νεαρό που ήταν μονίμως αγχωμένος – τον έλεγαν Μάρτιν Σκορσέζε. ■  

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ