ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η πίστη των ανθρώπων ότι μπορούν να εξαλείψουν την πανώλη ήταν η κύρια αιτία της ήττας της».

Με βάση την παραπάνω πρόταση από το βιβλίο του Κώστα Κωστή θα ήθελα να παρουσιάσω, ως αναγνώστης, τις εντυπώσεις για ένα έργο 462 σελίδων, αποτέλεσμα δέκα ετών αναζητήσεως στοιχείων, μελέτης πηγών, και καθαυτής συγγραφής. Ξεκινώντας, παραδόξως συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η παραπάνω ρήση υποδεικνύει την ανθρώπινη «αδυναμία» μας να ερμηνεύσουμε χωρίς να φτιάξουμε μία ιστορία ή, με άλλα λόγια, χωρίς να στηριχθούμε αξιωματικά σε μία αρχή αφηγήσεως και στην πίστη ότι θα οδηγηθούμε στο τέλος αυτής. Στην περίπτωση της πανώλης η αρχή ορίζεται στο έτος 1347 που εμφανίστηκε στην Ευρώπη και το τέλος ήρθε όταν οι άνθρωποι πίστεψαν στη δυνατότητά τους να την εξαλείψουν. Χωρίς την πρώτη βεβαιότητα δύσκολα θα στεκόταν ο μύθος που περιβάλλει την πανούκλα και που ξεπερνά κατά πολύ τη σημασία της. Χωρίς την πίστη για την ήττα της δεν θα είχαμε την ανθρώπινη ιστορία της.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συμβολή του βιβλίου στην ελληνική σκέψη έγκειται στην επιμονή του συγγραφέα να εντοπίζει την αδυναμία ορθολογικών αφηγήσεων σχετικά με τη διάδοση της πανώλης. Σε αυτές κεντρική θέση κατέχει ο άνθρωπος και η συμβολική τάξη με την οποία ερμηνεύει τον κόσμο του, αποκλείοντας άλλους παράγοντες πλην του ιδίου. Οι προκαταλήψεις παίζουν τον σοβαρότερο και καθοριστικό ρόλο στην εξέταση και στην ερμηνεία των γεγονότων και ενισχύουν τη σύνδεση με τις ψυχολογικές διαθέσεις των ανθρώπων.

Για παράδειγμα, κατά τους αρχαίους χρόνους αιτία της νόσου ήταν η σχέση του ανθρώπου με τη φύση που τον περιέβαλλε ενώ, για την εκδήλωση της ασθενείας, συνηγορούσαν και άλλες αιτίες όπως η ευκρασία ή δυσκρασία του εν δυνάμει ασθενούς. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους η ασθένεια μετατίθεται στον χώρο της ηθικής και αποκτά το στοιχείο της ιδιοπάθειας (είμαι κακός άνθρωπος άρα καλά να πάθω). Η ιατρική τότε δεν εθεωρείτο μια μεμονωμένη, στεγανή επιστήμη.

Αργότερα, ως καλός αγωγός της πανώλης εντοπιζόταν το χαρτί και κατ’ επέκταση το χρήμα. Αντιθέτως, το σιτάρι θεωρείτο προστατευτικό της αγωγιμότητας της πανώλης.


Το εξώφυλλο του βιβλίου «Στον καιρό της πανώλης» του Κώστα Π. Κωστή, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Ακριβώς στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα ερμηνείας της επιδημίας βρίσκεται άλλωστε και η σύνδεση του λοιμού με τον λιμό – τη μεγάλη πείνα. Ξενιστής της πανώλης είναι ο αρουραίος και φορέας της ο ψύλλος. Ο αρουραίος περιθάλπει τον βάκιλο και ο ψύλλος τον μεταφέρει στον άνθρωπο. Ο συγγραφέας φωτίζει προσεκτικά το θέμα του από όλες τις πλευρές: η πείνα φέρνει την αρρώστια («δεν πεινάνε μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι αρουραίοι, οπότε μετακινούνται προς άγραν τροφής, η πείνα πιέζει στη μεταφορά σιτηρών από περιοχές ήδη προσβεβλημένες από τον βάκιλο και οι ψύλλοι διαμένουν ευχαρίστως στους περισυλλεγμένους καρπούς»). Η αρρώστια από την άλλη μεριά φέρνει την πείνα είτε γιατί οι άνθρωποι δεν φρόντισαν, άρρωστοι όντες, τη σπορά είτε γιατί δεν είχαν τις δυνάμεις για να κάνουν τη συγκομιδή. Το βιβλίο επανέρχεται συνεχώς στην έλλειψη των εμπειρικών στοιχείων μιας διηγήσεως, όπως εκείνης του Γκαμπριέλ ντε Μουσί, συμβολαιογράφου από την Πιατσέντζα, που είναι η σημαντικότερη πηγή για την εξάπλωση της πανούκλας το 1346 (ο μοναδικός πίνακας καταγραφής απωλειών για την περίοδο πριν από τον 19ο αιώνα για την ελληνική χερσόνησο συντάχθηκε από τις βενετικές αρχές στον Χάνδακα, Κρήτης τον 16ο αι.). Επισημαίνει τη «λογική συγκρότηση μιας πλοκής που στηρίζεται σε επιλεκτική συλλογή σκόρπιων διηγήσεων και στην οποία μοναδικός πρωταγωνιστής είναι ο άνθρωπος». Φυσικά, αργότερα αποδείχθηκε ότι η πανώλη είναι μία ασθένεια των τρωκτικών, επομένως η διάγνωσή της και ακολούθως η θεραπεία της τίθενται με κεντρικό άξονα τη ζωή των ζώων και όχι του ανθρώπου.

Η εμμονή

Πρώτη, λοιπόν, κεντρική εντύπωση για τον αναγνώστη είναι η μέχρι εμμονής... εμμονή του Κωστή να δείξει τη σαθρότητα του εδάφους στο οποίο για εκατονταετίες εδράζονταν εκτιμήσεις, απόψεις, βεβαιότητες και θεραπείες για την πανούκλα, εξαιτίας όχι μόνο λόγω της έλλειψης εμπειρικών στοιχείων αλλά κυρίως εξαιτίας των προκαταλήψεων με τις οποίες οι άνθρωποι τις περιέβαλλαν.

Η κριτική –έως και περιγελαστική– παρουσίαση των δεκάδων ερμηνειών για την εκδήλωση και μεταφορά της ασθενείας ως μίασμα ή τιμωρία άνωθεν, θεϊκής προελεύσεως, συνιστά μια ακόμα σημαντική προσφορά του βιβλίου.

Η εκτεταμένη αναφορά στη σχέση των ανθρώπων με την πανώλη ως όργανο τιμωρίας του θεού για τις αμαρτίες τους δείχνει τους τρόπους της τέχνης του θνήσκειν (ars moriendi), τη συμπεριφορά μπροστά στον θάνατο και κυρίως την προσπάθεια εξαγνισμού τους. Στη λογική του Χριστιανισμού πρυτανεύει η αντίληψη της ανταλλακτικής σχέσης ανάμεσα στο θείο και στον πιστό, τον μεσολαβητικό δε ρόλο αυτή της σχέσης αναλαμβάνει η εκκλησία «που σε περιόδους ηθικών κρίσεων και έντονων ψυχολογικών εντάσεων το συμβολικό κεφάλαιο που διαθέτει αποδίδει το μέγιστο των δυνατοτήτων του». Οι μεταβιβάσεις των περιουσιών των πιστών προς την εκκλησία, (βλ. μοναστήρια) είχε τρεις άξονες: την άμεση προσπάθεια άφεσης των αμαρτιών όταν ο πιστός ήταν ήδη στο κατώφλι του θανάτου, την εκπλήρωση της υποχρέωσης του σιτισμού της οικογενείας ή μέρους αυτής από το μοναστήρι κατά τη διάρκεια της ασθενείας, και τέλος την πώληση με μικρό αντίτιμο της ακίνητης περιουσίας από τους κληρονόμους που δεν είχαν άλλο τρόπο να απαλλαγούν από αυτήν ή είχαν άμεση ανάγκη των μετρητών για να επιβιώσουν.

Η θεία δίκη

Αυτό, όμως, που νομίζω ότι διασκεδάζει πραγματικά τον Κώστα Κωστή είναι οι αναφορές στις ερμηνείες, τις σχετικές με τα αίτια των μολύνσεων, που δίνονται από τις ανθρώπινες κοινότητες και που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταλήγουν στις παραξενιές της θείας δίκης που εμφανίζεται όποτε και όπως θέλει. Τις απόψεις περί θείας προνοίας ενισχύει η μόλυνση που διασπείρεται άνευ ταξικών, ηθικών ή άλλων διακρίσεων στον πληθυσμό, δεν φείδεται ηλικίας, φύλου, και το σημαντικότερο, αξιώματος ή αρετής. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο θεός τιμωρεί τους αγαθούς; Σε ποιο σχέδιο προνοίας έχει μπλέξει τους αναμάρτητους; Πώς γίνεται να γλιτώνουν οι ψεύτες και οι λωποδύτες και να τιμωρούνται οι έντιμοι και ενάρετοι; Πολύ θα ήθελα να συνηγορήσει ο θεός στην εντύπωσή μου ότι ο συγγραφέας έγραψε το βιβλίο με τον συστηματικό τρόπο ενός σοβαρού επιστήμονα ιστορικού, όχι μόνο για να ανοίξει ένα παράθυρο στον ορίζοντά μας αλλά και για να μας διασκεδάσει με το ασύστατο της υποστάσεώς μας ή, ακόμα καλύτερα, με το ανυπόστατο της υπάρξεώς μας. Φαντάζουμε ως καρυδότσουφλα σε τρικυμία, την ίδια στιγμή που κτίζουμε έναν ολόκληρο κόσμο πάνω στο τσόφλι.

Ο «μακάβριος χορός» κορυφώνεται στις προσπάθειες εκμετάλλευσης των επιπτώσεων της πανώλης. Βανδαλισμοί, καταπατήσεις, κατασχέσεις, κλοπές. Ο φόβος για τη ζωή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Μήπως είμαστε ασυνείδητα γνώστες της συμμετοχής μας στο θείο σχέδιο, μήπως πιστεύουμε ο καθένας χωριστά ή σε συλλογικές κλίμακες (ως έθνη ή φυλές) ότι αποτελούμε μέρος των εκλεκτών του θεού που, ενώ για εμάς προορίζει μία ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του, στους άλλους (ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι άραγε;) έχει ήδη απαγγείλει και υλοποιήσει την ετυμηγορία του; Μήπως είναι καταστατική συνθήκη της υπάρξεώς μας η εξατομικευμένη βεβαιότητα της επιλογής από τον Υψιστο; Εβραίοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, άθεοι ρίχνουν ο ένας στον άλλο το κακό, όπως στο «παιχνίδι με τον παπά». Εκείνο που μένει ζημιωμένο είναι το Δημόσιο, το κράτος: με άλλα λόγια, η συμφωνημένη ενότητά μας.

Πέραν πάσης αμφιβολίας ο Κωστής δεν αναδεικνύει απλώς όλες τις πτυχές της ιστορίας της πανώλης: ξεδιπλώνει το ύφασμα που την ενδύει σε τέτοιο βαθμό που την ξεγυμνώνει μπροστά στα μάτια μας και τίποτα δεν μένει πια κρυφό. Το διαβολικότερο δε όλων είναι ότι μας χλευάζει με τη γύμνια της γιατί φανερώνεται και η δική μας γύμνια, η ανθρώπινη γύμνια που συνοδεύεται από μια παιδική βαναυσότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ