ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Το ξύρισμα της Κυριακής

Χρίστος Κυθρεώτης

Τα πρωινά δεν σηκωνόμουν με τίποτα, η μητέρα μου χρειαζόταν συχνά να με τραβήξει με το ζόρι από τις κουβέρτες – αρκετά χαλάρωσες, μου έλεγε, και με έσερνε με παρακάλια στην κουζίνα. Εκεί, η διαδικασία του ξυπνήματος συνεχιζόταν με ένα τεράστιο ποτήρι γάλα πάνω στο τραπέζι. Κοιτούσα το απεχθές υγρό με αηδία. Η μυρωδιά με ενοχλούσε, αλλά πιο πολύ με απέλπιζε η ιδέα ότι έπρεπε να το πιω ενώ δεν ήθελα – όπως συνέβαινε και με τη μέρα που ξεκινούσε. Η φωνή της μητέρας μου ήταν γλυκιά και υπομονετική, αλλά η υπομονή της με εκνεύριζε επίσης, μιας και ήμουν ήδη αρκετά μεγάλος για να ξέρω πως υπήρχε μέσα σε αυτήν μια παγίδα. Κάποιος προσπαθούσε να με πείσει να κάνω κάτι που δεν ήθελα, και η υπομονή ήταν μέρος του σχεδίου του. Η αδερφή μου στην άλλη πλευρά του τραπεζιού φορούσε τα ρούχα της, ενώ το δικό της γάλα στέγνωσε ήδη σε μια λεπτή κρούστα στις άκρες των χειλιών της. Οι συγκρίσεις ήταν αναπόφευκτες, και η μητέρα μου άρχιζε να τις κάνει. Αυτό μεγάλωνε τον εκνευρισμό μου, μόνο που σε εκείνη την ηλικία δεν ήξερα ακόμα ότι ήταν εκνευρισμός. Τον βίωνα σωματικά, σχεδόν σαν μια φαγούρα που με ανάγκαζε να φωνάξω και να κλάψω, και να χρησιμοποιήσω κάθε μυ του σώματός μου για να νικήσω τον καταναγκασμό. 

Εκείνη την ώρα ο πατέρας μου είχε ήδη φύγει για τη δουλειά. Η παρουσία του, ακαθόριστη ή ενοχλητική τις άλλες ώρες, το πρωί μετατρεπόταν σε ζητούμενο. Αν τον έβλεπα ξυπνώντας, σήμαινε πως το χρονοδιάγραμμα είχε χαλαρώσει: σήμαινε πως ήταν Κυριακή. Τώρα που είχα όσο χρόνο ήθελα για να χαλαρώσω, ξαφνικά δεν τον ήθελα. Σηκωνόμουν από μόνος μου και έτρεχα πρώτα στην κουζίνα για να πετύχω τον πατέρα μου να πίνει καφέ, και ύστερα στο μπάνιο, όπου ξυριζόταν. Ο αφρός σχημάτιζε παράδοξα σχήματα στο πρόσωπό του, ανάλογα με τη διαδρομή που είχε προλάβει να διατρέξει το ξυραφάκι. Αρκετά συχνά μια μπάλα αφρού είχε κυλήσει στη φανέλα του, και οι τρίχες εξείχαν από μέσα σαν αγκάθια. Παρατηρούσα βουβός, η διαδικασία μού προκαλούσε θαυμασμό, αν όχι δέος. Κοιτούσα τις σταγόνες νερού ανάμεσα στις λεπίδες, έπιανα τον αφρό που έπεφτε στον νιπτήρα. Μου φαινόταν πολύ γενναίο που έσερνε αυτές τις λεπίδες πάνω στο δέρμα του. Δεδομένης της απροσεξίας που τον χαρακτήριζε, ήταν καθαρή τρέλα. Σχεδόν κάθε φορά κοβόταν, κι εγώ περίμενα τη στιγμή. Το αίμα εμφανιζόταν συνήθως στο καρύδι ή τον κρόταφό του, και ο πατέρας μου προσπαθούσε να μην το απλώσει. Έλεγε πως αν η σταγόνα δεν φούσκωνε αρκετά ώστε το αίμα να κυλήσει, τότε δεν θα χρειαζόταν να κάνει τίποτα. Ύστερα από λίγη ώρα θα ξεραινόταν, κι εκείνος θα αφαιρούσε το κακάδι με μια απλή κίνηση του δαχτύλου του. Το δέρμα του θα έμενε γυαλιστερό και καθαρό, όπως ήταν συνήθως.

Ξυριζόταν κάθε μέρα, μόνο που τις άλλες μέρες δεν προλάβαινα να τον δω. Έτσι, για πολλά χρόνια στο μυαλό μου επικρατούσε σύγχυση, θεωρούσα πως το κυριακάτικο ξύρισμα κρατούσε το πρόσωπό του φρέσκο για μία ολόκληρη εβδομάδα. Αργότερα η παρεξήγηση λύθηκε – κι απ’ όλα αυτά μού έχει μείνει η συνήθεια να ξυρίζομαι μόνο τις Κυριακές. Εφτά το πρωί και καθώς απλώνω τον αφρό στο πιγούνι και τα μάγουλά μου, σκέφτομαι καμιά φορά εκείνα τα χρόνια, τις Κυριακές, τον πατέρα μου, σκέφτομαι πως, τελικά, δεν μπορείς να χαλαρώσεις ποτέ εντελώς και πως όλες οι μέρες πρέπει να ξεκινούν με κάτι υποχρεωτικό. ■

* Ο Χρίστος Κυθρεώτης είναι συγγραφέας και το τελευταίο του μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ