ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα παλιό αστείο λέει πως αν κάποιος θυμάται το Γούντστοκ, τότε σίγουρα δεν ήταν εκεί. Ηταν τόσο το LSD που καταναλώθηκε στη διάρκεια των τριών ημερών αυτής της «υδάτινης έκρηξης ειρήνης και μουσικής», που μάλλον δεν επέτρεψε πολλές νηφάλιες αναμνήσεις σε όσους στ’ αλήθεια έζησαν το περίφημο φεστιβάλ ροκ τον Δεκαπενταύγουστο του 1969, στη φάρμα του Μαξ Γιάσγκαρ, 70 χλμ. από το Γούντστοκ. Αλλά ποιος χρειαζόταν νηφαλιότητα την εποχή εκείνη;

Ενα χρόνο μετά τον γαλλικό Μάη, την άνοιξη της Πράγας και τις δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μπομπ Κένεντι, οι αντιπολεμικές και αντιρατσιστικές διαδηλώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες διακόπτονταν συχνά από την επέμβαση της αστυνομίας. Η πολιτική διεκδίκηση, η ελευθερία της ποπ αρτ και η σεξουαλική επανάσταση καθρεφτίζονταν στο πιο ευφάνταστο, εκρηκτικό ροκ που δοκίμαζε νέες φόρμες. Και μερικοί από τους σημαντικότερους εκφραστές του τραγούδησαν εκείνο το τριήμερο για μισό εκατομμύριο νέους, οι οποίοι περπάτησαν πολλά χιλιόμετρα υπό βροχή, κοιμήθηκαν στις λάσπες, αλλά και κολύμπησαν γυμνοί στη λίμνη και χόρεψαν εκστασιασμένοι με τα σόλο του Κάρλος Σαντάνα και των Whο. O Τζίμι Χέντριξ έπαιξε τον αμερικανικό εθνικό ύμνο παραμορφωμένο από τον ήχο των βομβαρδισμών στο Βιετνάμ. Ο Ρίτσι Χέιβενς και οι Jefferson Airplane είπαν με ένταση τα δικά τους τραγούδια διαμαρτυρίας. Ενώ η εγκυμονούσα, τότε, Τζόαν Μπαέζ τραγούδησε αφιερώνοντας στον άνδρα της, που ήταν φυλακισμένος επειδή είχε αρνηθεί να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία.

Ακριβώς 50 χρόνια μετά, ένας από τους διοργανωτές του μεγάλου φεστιβάλ, ο Μάικλ Λανγκ, προσπάθησε φέτος να το επαναλάβει και μάλιστα στο Μπέθελ, τον ακριβή τόπο όπου έγινε η πρώτη διοργάνωση. Ομως, έπειτα από αρκετές αλλαγές, ακυρώσεις συμμετοχών και χρηματοδοτήσεων, ανακοίνωσε πριν από λίγες ημέρες ότι το Woodstock 50 ματαιώνεται. Ετσι κι αλλιώς, τα ονόματα των Μάιλι Σάιρους και Jay Z, που είχαν, ανάμεσα σε άλλα, αρχικά συμφωνηθεί, δεν είναι ακριβώς εκείνα που σου έρχονται στον νου όταν αναζητάς νέους καλλιτέχνες που συμμερίζονται κοινωνικές ανησυχίες – αυτές, τουλάχιστον, που ο διοργανωτής εξακολουθούσε να προτάσσει.


Ο σπουδαίος Ρίτσι Χέιβενς.

Ανάμεσα πάντως σ’ εκείνους που είχαν ανακοινωθεί ήταν και ο Σαντάνα, ένας από τους ελάχιστους που είχαν συμμετάσχει στο πρώτο, αλλά και στο δεύτερο Γούντστοκ, που επίσης είχε οργανώσει ο Λανγκ, 25 χρόνια μετά, το 1994. Υπήρχε άλλος βετεράνος που είχε εμφανιστεί τότε; Ναι. Ηταν ο Τζο Κόκερ, ο οποίος το 1969 είχε ξεσηκώσει τα πλήθη τραγουδώντας την ιστορική διασκευή του «With a little help from my friends» των Λένον και Μακάρτνεϊ. Στο δεύτερο Γούντστοκ, όμως, συμμετείχαν και πολλοί νεότεροι σημαντικοί καλλιτέχνες, όπως οι Cranberries, Red Hot Chili Peppers, Violent Femmes, Γιουσού Ντουρ, και ένας πάνω από εποχές: ο Μπομπ Ντίλαν.

To ενδιαφέρον είναι ότι ο τελευταίος δεν είχε εμφανιστεί στο πρώτο, ιστορικό φεστιβάλ, αν και λέγεται ότι ένας από τους λόγους που είχε επιλεγεί το αγρόκτημα του Γιάσγκαρ ήταν ακριβώς για να δελεαστεί ο «προφήτης του ροκ», που ζούσε τότε στην περιοχή. Ομως, την ημέρα που άρχισε το Γούντστοκ, στις 15 Αυγούστου του 1969, εκείνος σάλπαρε για την Αγγλία με το «Βασίλισσα Ελισάβετ 2».

Αλλα κορυφαία ονόματα της εποχής που δεν είχαν συμμετάσχει στο ιστορικό, πρώτο φεστιβάλ; Οι Rolling Stones, διότι εκείνο το καλοκαίρι ο Μικ Τζάγκερ γύριζε μια ταινία στην Αυστραλία. Οι Beatles, διότι, όπως λέγεται, δεν έγινε δεκτή η απαίτηση του Τζον Λένον να εμφανιστεί και η Γιόκο Ονο. Η Τζόνι Μίτσελ επίσης δεν είχε πάει, εξαιτίας, όπως και πάλι φημολογείται, της υποχρέωσης μιας τηλεοπτικής εμφάνισης. Ομως, έγραψε αργότερα για το Γούντστοκ το ομώνυμο τραγούδι, βασιζόμενη στις εντυπώσεις του τότε συντρόφου της Γκρέιαμ Νας.


Δύο κοπέλες χορεύουν εκστασιασμένες με τα σόλο των μουσικών.

Προφανώς, μερικοί μετάνιωσαν για την απουσία τους και ορισμένοι το είπαν ευθαρσώς: «Δεν παίξαμε στο Γούνστοκ γιατί ήμαστε αρκετά ανόητοι ώστε να απορρίψουμε την πρόταση. Νομίζαμε ότι θα ήταν μια δευτεροκλασάτη επανάληψη του φεστιβάλ του Μόντερεϊ», είχε παραδεχθεί ο Ρόμπι Κρίγκερ των Doors. Ωστόσο, ένα άλλο μέλος του συγκροτήματος, ο Τζον Ντένσμορ, δεν είχε χάσει την ευκαιρία. Στην ταινία, μάλιστα, που γυρίστηκε στο φεστιβάλ, φαίνεται στη σκηνή κοντά στον Κόκερ.

Η ταινία αυτή, όπως και το άλμπουμ με τις αυθεντικές ηχογραφήσεις που κυκλοφόρησε σε διαφορετικές εκδοχές, διατήρησε τον μύθο του Γούντστοκ. Πολλοί, μάλιστα, βρήκαν στην εικόνα και στον ήχο την έκφραση μιας δικής τους ανάγκης, που γεννιόταν σε συνθήκες διαφορετικές από εκείνες των ΗΠΑ του 1969.

Η προβολή της ταινίας στην Αθήνα, η απαγόρευση και οι περικοπές

Ενάμιση χρόνο μετά το φεστιβάλ, τον Νοέμβριο του 1970 στη χουντοκρατούμενη Αθήνα, χιλιάδες νέοι πλημμύρισαν την οδό Πανεπιστημίου για να παρακολουθήσουν στο «Παλλάς» την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας. Αρχικά, ο Γιώργος Μιχαηλίδης της ΕΛΚΕ, της εταιρείας που εκπροσωπούσε το «Woodstock» στην Ελλάδα, είχε καταφέρει να αποσπάσει από την τότε επιτροπή ελέγχου του υπουργείου Προεδρίας άδεια προβολής και μάλιστα χωρίς περικοπές.

Αποφάσισε, λοιπόν, να γιορτάσει το γεγονός με μια πρεμιέρα και μάλιστα να καλέσει γι’ αυτήν τον σκηνοθέτη της ταινίας, Μάικλ Γουόντλεϊ, ο οποίος κατέφθασε στην Αθήνα με τη σύντροφό του. Δύο ημέρες πριν από την προβολή, ο Αμερικανός κινηματογραφιστής είπε στους δημοσιογράφους ότι «οι νέοι που έλαβαν μέρος σ’ αυτή την κολοσσιαία εκδήλωση δεν ήταν χίπις –άνθρωποι δηλαδή που έχουν απαρνηθεί την κοινωνία–, αλλά φοιτητές που συμμετέχουν σ’ αυτήν και θέλουν να την αλλάξουν». Ηταν δε τέτοια η κινητοποίηση των στερημένων από τη χούντα μουσικόφιλων, που, όπως έγραψε τότε το «Βήμα», μέχρι και ξενοδοχείο χρειάστηκε ν’ αλλάξει.


Στην πρεμιέρα της ταινίας «Woodstock», την Κυριακή 28 Νοεμβρίου, πήγε και ο σκηνοθέτης, της Μάικλ Γουόντλεϊ. Και καθώς οι ενθουσιώδεις θεατές δεν είχαν να σηκώσουν στα χέρια τον Σαντάνα ή τον Χέντριξ, σήκωσαν αυτόν.

Στην πρεμιέρα, πάντως, την Κυριακή 28 Νοεμβρίου, πήγε. Και, καθώς οι ενθουσιώδεις θεατές δεν είχαν να σηκώσουν στα χέρια τον Σαντάνα ή τον Χέντριξ, σήκωσαν αυτόν. Φυσικά, η αστυνομία, μετά το αρχικό της ξάφνιασμα, δεν έχασε καιρό. Η ομιλία του σκηνοθέτη ματαιώθηκε και η νεανική συγκέντρωση διαλύθηκε με σπρωξιές και με χαστούκια.

Την επομένη, η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε. Χρειάστηκαν νέα παζάρια για να επιτραπεί με περικοπές – δίχως τη σκηνή όπου ο Χέιβενς κραυγάζει για freedom (ελευθερία) και δίχως εκείνη όπου οι ευτυχείς νέοι του 1969 κολυμπούν γυμνοί. Ο θεωρητικός της χούντας Γεώργιος Γεωργαλάς θα δήλωνε αργότερα ότι «οι νέοι του Γούντστοκ είναι δυστυχείς. Πασχίζουν να εκφράσουν, με τη μουσική, την ψυχική τρικυμία τους». Η ταινία προβλήθηκε σε μερικούς αθηναϊκούς κινηματογράφους, δίχως, όμως, μεγάλη επιτυχία πια.

Αντιθέτως, σε άλλες πόλεις, όπως η Καλαμάτα, η νεολαία την περίμενε πώς και πώς. Και η αυστηρή προειδοποίηση του γυμνασιάρχη, μετά την πρωινή προσευχή, πως όποιος μαθητής ή όποια μαθήτρια συλλαμβανόταν στον κινηματογράφο θα αποβαλλόταν πάραυτα, ήταν η καλύτερη διαφήμισή της…

Είπαν

Κωνσταντίνος Τζούμας, ηθοποιός και ραδιοφωνικός παραγωγός
«Παρακολουθήσαμε την ταινία για το Γούντστοκ στο “Παλλάς”, στην Αθήνα των συνταγματαρχών, μέσα στη χούντα. Θυμάμαι πόσο εντύπωση μας είχαν κάνει όλοι: ο Σαντάνα, οι Who, ο Χέντριξ, κυρίως όμως ο Τζο Κόκερ όταν τραγούδησε το «With a little help from my friends» των Λένον και Μακάρτνεϊ. Νιώθαμε ότι χρειαζόταν βοήθεια έτσι όπως στεκόταν στη σκηνή. Ηταν απίστευτη η σωματικότητά του. Και φυσικά, παρακολουθώντας την ταινία, είχαμε την αίσθηση ότι κάτι καινούργιο έρχεται, κάτι αλλάζει. Ηταν σαν κολύμπι στα βαθιά ενός αόρατου ουμανισμού».

Σάκης Τσιτομενέας, μουσικός παραγωγός
«Οταν έγινε το αυθεντικό φεστιβάλ ήμουν 2 χρόνων και όπως και εκατομμύρια άλλοι σε όλο τον κόσμο μεγάλωσα με τον μύθο του Γούντστοκ. Για μένα είναι το μεγαλύτερο ιστορικό μουσικό γεγονός του περασμένου αιώνα. Την εικόνα του όμως την έφτιαχνα αναγκαστικά μόνο από τα άλμπουμ που άκουγα και όσα διάβασα σε περιοδικά και αφιερώματα. Τα φανταζόμουν όλα στο μυαλό μου. Οταν αργότερα είδα τις ταινίες και τα ντοκιμαντέρ που δημιουργήθηκαν, κατάλαβα πως αυτή η φανταστική εικόνα ήταν τελικά πολύ κοντά στην αληθινή. Κατά κάποιον τρόπο είναι και καλό που ακυρώθηκαν οι εορτασμοί. Μερικά πράγματα πρέπει να μένουν στη μνήμη όπως είναι, δίχως επαναλήψεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ