Υπάρχει κάτι άχρονο στο πορτρέτο αυτής της νεαρής κολυμβήτριας που μας έρχεται από το μακρινό 1938. Είναι το αινιγματικό της βλέμμα, η ανεπιτήδευτη λάμψη της νεότητας, τα παιχνιδίσματα με το καλοκαιρινό φως μέσα από τον μοντέρνο κάνναβο· τμήμα, πιθανότατα, μιας πρόχειρης υπαίθριας κατασκευής από ξύλο σε κάποιο ακρογιάλι του Κορινθιακού κόλπου που διάλεξε σαν ιδανικό φόντο του κάδρου του ο Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993). 

Πρόκειται για μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες και ταξινομημένες εικόνες που βρίσκουμε στο αρχείο του σπουδαίου (και αυτοδίδακτου) Έλληνα φωτογράφου του 20ου αιώνα, από τη διετία 1937-1938. Περιλαμβάνονται τοπία, εκδρομικά στιγμιότυπα, εύθυμες σκηνές και πορτρέτα φίλων, οικογενειακές φωτογραφίες. Σε πολλές από αυτές απεικονίζεται η πρώτη του σύζυγος, Καίτη Σιφναίου. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να έχουμε λύσει το μυστήριο της ταυτότητας του «μοντέλου». Οι υπόλοιπες απορίες τεκμηρίωσης δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Απομένει η απόλυτη εξαΰλωση του χρόνου και του τόπου. Κι αν ο Χαρισιάδης δεν έμεινε στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας τόσο για τα πορτρέτα του (ο ασύλληπτος όγκος της δουλειάς του δεν επιτρέπει εύκολες ταξινομήσεις), αυτό το μικρό έργο τέχνης έρχεται να μας θυμίσει το ισχυρό υπόβαθρο ενός πραγματικού καλλιτέχνη. Κι αν εμείς εδώ βλέπουμε μόνο ένα προπολεμικό ενθύμιο ελληνικού θέρους, η υπόγεια ένταση του πλάνου καταργεί κάθε διάθεση για νοσταλγία. Το «εδώ και τώρα» εκείνου του μακρινού καλοκαιριού του 1938 μάς παρασύρει μαζί του και μας ξεβράζει στο σήμερα που γίνεται εύκολα «για πάντα».    ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ