Δεν ξέρουμε αν το καράβι πηγαίνει ή αν έρχεται. Ούτε αν είναι ξημερώματα ή αν νυχτώνει. Ξέρουμε μόνο ότι είναι ιδρωμένες οι επιφάνειες απ’ την αρμύρα, ξέρουμε τι γεύση έχει ο καφές στο πλαστικό, ξέρουμε τον θόρυβο που κάνουνε οι μηχανές, πώς τρίζουν οι καρέκλες, πώς ακούγεται απ’ τα μεγάφωνα η φωνή του καπετάνιου. Τα υπόλοιπα τα υποθέτουμε. Ή τα θυμόμαστε. Ανεβαίνουμε στο κατάστρωμα και βλέπουμε στο βάθος μια παρέα που παίζει χαρτιά, ένα ζευγάρι με σακίδια και σκύλο, έναν γνωστό που είχαμε να δούμε χρόνια, μια κοπέλα που διαβάζει ένα βιβλίο που είχαμε κάποτε διαβάσει. Συζητάμε. Πού θα πάμε, πού θα φάμε, πού θα κολυμπήσουμε. Ή πώς περάσαμε. Γελάμε. Κουνάει λίγο. Φτάνουμε; Να βγάλω απ’ τη βαλίτσα μια ζακέτα. Η ζωή στο κατάστρωμα, κάθε καλοκαίρι. Δεν ξέρουμε αν πηγαίνουμε ή αν ερχόμαστε.
 


© ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ

 

Το θερινό σάουντρακ της μεγάλης πόλης

Θερινό σινεμά με θέα την Ακρόπολη και τον Λευκό Πύργο; Ή θερινό σινεμά στη μέση ενός αστικού ξέφωτου, στον φυσικό «ακάλυπτο» που σχηματίζουν οι πολυκατοικίες που ζούμε τις ζωές μας;  Θερινό σαν καρτ ποστάλ; Ή θερινό σαν τεκμήριο καλοκαιρινής ευδαιμονίας στην άδεια πόλη;  Αν ο Αύγουστος σας βρήκε στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, το δίλημμα εξατμίζεται μαζί με τη βραδινή ζέστη. Έστω κι αν το θέαμα του κινηματογράφου «Ναταλί» στη Θεσσαλονίκη, που συμπληρώνει 50 χρόνια ζωής, σε προκαλεί να «πάρεις θέση». Έχεις την αίσθηση ότι πρώτα χτίστηκαν οι πολυκατοικίες και ύστερα από κάποια παράδοξη συμφωνία κυρίων εγκαταστάθηκε ο πληθωρικός κινηματογράφος· επί της παραλιακής λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν λειτούργησε για πρώτη φορά (στις 3 Ιουνίου 1970) ήταν ακόμα περικυκλωμένος από δεκάδες άλλα θερινά σινεμά. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘60 η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 130 θερινούς κινηματογράφους. Πενήντα χρόνια μετά έχουν απομείνει μόλις 3 από εκείνη τη χρυσή εποχή. Το «Ναταλί» αντέχει και γιορτάζει. —Δημήτρης Ρηγόπουλος

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ