«Είναι συναρπαστικό που μπορείς να πάρεις μια γεύση από τις διαφορές μεταξύ των ελληνικών νησιών μέσα από το άγριο μέλι που παράγει το καθένα. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι τα πιο νόστιμα που έχω δοκιμάσει και σκέφτομαι σοβαρά να σχεδιάσω ένα ταξίδι γευσιγνωσίας άγριου μελιού στην Ελλάδα», λέει ο Ντέιβιντ Πράιορ, ο οποίος έχει μόλις πάρει το πρωινό του στην Πάρο, αλλά δηλώνει πως δεν μπορεί να χορτάσει από τις γεύσεις και τις εικόνες που έχει συναντήσει στις πρώτες διακοπές του στη χώρα μας. 

Αναμενόμενο για έναν άνθρωπο που η έμφυτη περιέργειά του, η όρεξή του για γνώση και περιπέτεια και η αγάπη του για τα συστατικά που μπορούν να κάνουν τη ζωή περισσότερο πικάντικη και απολαυστική τον οδήγησαν από την Αυστραλία, όπου γεννήθηκε, στο University of Gastronomic Sciences στο Πιεμόντε της Ιταλίας και από εκεί στο παγκοσμίου φήμης εστιατόριο «Chez Panisse» στο Σαν Φρανσίσκο. Το φαγητό ήταν ανέκαθεν για τον Ντέιβιντ ένας άμεσος τρόπος να συνδεθεί με έναν νέο τόπο, να αντιληφθεί καλύτερα την κουλτούρα μιας χώρας και να γνωρίσει ανθρώπους που θα κάνουν κάθε ταξίδι του αξέχαστη ανάμνηση. «Πες μου τι τρως και θα σου πω ποιος είσαι», μου λέει. 

«Είχα ξεκινήσει να ταξιδεύω μόνος μου με ένα σακίδιο και να στέλνω άρθρα σε διάφορα περιοδικά στην Αυστραλία, πριν γίνω international editor για τους “New York Times”, τη “Vogue” και το “Condé Nast Traveler”. Οπότε γνωρίζω από πρώτο χέρι και πώς είναι να μένεις σε μια σκηνή και πώς είναι να μένεις στο “Ritz Paris”», μου λέει, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχα ήδη καταλάβει όταν άρχισα να τον παρακολουθώ στο Instagram πριν από λίγα χρόνια.

«Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αυτό που με ενθουσίαζε δεν ήταν να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο στο τέλος ενός άρθρου, αλλά να βλέπω τις αντιδράσεις και να ακούω τις διηγήσεις των ανθρώπων που ακολούθησαν τις προτάσεις μου για κάποιο ταξίδι που ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Έτσι, αποφάσισα να ανταλλάξω τις λέξεις μου για τις εμπειρίες τους, και η πρώτη σοβαρή μου απόπειρα ήταν με ένα ταξίδι στην Ινδία που σχεδίασα για φίλους που σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο».


Οι προτάσεις του Ντέιβιντ Πράιορ στη σελίδα prior.club συνοδεύονται από μια ιδιαίτερη εικονογραφημένη σύνθεση που παραπέμπει στον εκάστοτε προορισμό. 

 

Η απήχηση που είχαν οι φωτογραφίες από αυτό το ταξίδι στα social media δεν ήταν κάτι που είχε υπολογίσει ο Ντέιβιντ, αλλά στάθηκε η αφορμή για να τραβήξει την προσοχή του Μαρκ Μπλέιζερ. Ο Μπλέιζερ ήταν ένας επιτυχημένος πρώην τραπεζίτης, μέχρι τη στιγμή που κατάλαβε ότι το χρώμα του χρήματος δεν ήταν αρκετό για να γεμίσει την παλέτα της ζωής του, και επέλεξε τα εντυπωσιακά χρώματα στα πρωτότυπα πιάτα που σερβίρει το διάσημο εστιατόριο Noma στην Κοπεγχάγη, στο οποίο έγινε συνέταιρος. Με κοινή αφετηρία το φαγητό ως κουλτούρα και τη συνεχή αναζήτηση για συναρπαστικές περιπέτειες να τους ενώνει, ο Ντέιβιντ και ο Μαρκ ίδρυσαν το Prior Club, απευθυνόμενοι σε ταξιδιώτες με περιέργεια και διάθεση να γνωρίσουν νέα μέρη, ξεφεύγοντας από την ομοιογένεια της παγκοσμιοποίησης, εξερευνώντας σε βάθος άγνωστους πολιτισμούς και απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητα των ανθρώπων.

Ερεθίσματα όλο τον χρόνο

«Αυτό που έχουμε όλοι μας ανάγκη περισσότερο αυτή τη στιγμή δεν είναι μία νέα τσάντα ή ένα ακριβό αυτοκίνητο στο γκαράζ μας, αλλά αυθεντικές εμπειρίες. Δουλεύουμε τόσο πολύ, κουραζόμαστε, και συνήθως ο τρόπος που σκεφτόμαστε τις διακοπές είναι γραμμικός. Περιμένουμε την άδεια, κάνουμε σχέδια λίγο πριν για το πού θα πάμε και μετά περνάμε τον υπόλοιπο χρόνο αναπολώντας τες. Ο λόγος που ιδρύσαμε το Prior Club είναι για να αλλάξουμε αυτήν τη νοοτροπία. Να δίνουμε συνεχή ερεθίσματα στον κόσμο καθόλη τη διάρκεια του έτους, να είναι ένας κύκλος ιδεών που θα τροφοδοτεί το μυαλό, την όρεξη και τη ζωή μας, να προτείνουμε ποιο είναι το ιδανικό μέρος για κάθε εποχή και κάθε γούστο. Το νέο πολυτελές brand του 21ου αιώνα είναι οι εμπειρίες».

Ένα συγκεκριμένο είδος κίτρου που είναι διαθέσιμο μόνο για πέντε εβδομάδες τον χρόνο και χρησιμοποιείται από έναν μόνο σεφ σε μία osteria στη Σικελία. Μία κατασκήνωση ανάμεσα στις λίμνες και τα ηφαίστεια στην περιοχή Αραουκανία της Χιλής για την παρακολούθηση της ολικής έκλειψης ηλίου. Ένα ξεχωριστό γεύμα μέσα στη Σαγράδα Φαμίλια στη Βαρκελώνη, μία εμπειρία που μέχρι πρόσφατα είχε ζήσει μόνον ο γνωστός σκηνοθέτης Τζορτζ Λούκας και πλέον μπορούν να απολαύσουν και τα μέλη του Prior Club.

 

 

Η Νέα Υόρκη έγινε βαρετή

Και για την Ελλάδα; «Πιστεύω πως η Αθήνα είναι μία πολύ ιδιαίτερη πόλη που δεν έχει αναγνωριστεί όσο της αξίζει τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει μία μοναδική ενέργεια, κάτι συμβαίνει κάθε στιγμή της ημέρας. Η Νέα Υόρκη έχει αρχίσει να γίνεται βαρετή, γιατί είναι τόσο ακριβή, που απομακρύνει τους νέους της. Τα ενοίκια για ένα καινούριο εστιατόριο ή ένα μπαρ είναι απλησίαστα, και οι νέοι που δουλεύουν σε αυτόν τον τομέα οδηγούνται σε δημιουργικό τέλμα. Χρειαζόμαστε πόλεις όπου οι νέοι θα μπορούν να πάρουν ρίσκα, οι σεφ και ο κόσμος που δουλεύει σε αυτήν τη βιομηχανία θα μπορεί να αντέξει οικονομικά ένα νέο εγχείρημα και τη ζωή στην πόλη όπου διαμένει, ώστε να καινοτομήσει. Η κλασική προσέγγιση στο fine dining και η εμμονή με τη διεθνή κουζίνα έχει αρχίσει να φεύγει από τον χάρτη, και χαίρομαι πολύ που διαπίστωσα ότι αυτό συμβαίνει και στην Αθήνα. Υπάρχει μία προσγειωμένη αντιμετώπιση εδώ, και αντιλαμβάνομαι ότι οι Έλληνες σεφ που δημιουργούν τώρα εμπνέονται από τις ρίζες του πολιτισμού και εξελίσσουν την τοπική κουλτούρα με έναν ευρηματικό τρόπο, προσφέροντας στον κόσμο μία αυθεντική δόση της ελληνικής ταυτότητας με μία σύγχρονη ματιά. Το Prior Club θα επενδύσει πολύ στην Αθήνα ως ταξιδιωτικό προορισμό για τους χειμερινούς μήνες, οπότε η πόλη σφύζει από ζωή. Για τους καλοκαιρινούς μήνες, θέλουμε πολύ να παίξουμε ένα παιχνίδι matchmaking για τα μέλη μας, ανακαλύπτοντας ποιο ελληνικό νησί είναι το ιδανικότερο για τον καθένα. Έχω ακούσει πως η Μήλος, για παράδειγμα, είναι κατάλληλη για ζευγάρια, σωστά;» μου λέει γελώντας.

«Φυσικά όλοι στο εξωτερικό γνωρίζουμε τη Μύκονο, και η πρώτη εμπειρία μου εδώ φέτος επιβεβαίωσε όλα τα θετικά για τον έντονο παλμό του νησιού που είχα ακούσει. Ωστόσο, θεωρώ πως η μεγάλη αυθαιρεσία στις τιμές θα οδηγήσει σταδιακά στην έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς των επισκεπτών, ενώ η πληθώρα των κρουαζιερόπλοιων θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημία στο μέλλον σε σχέση με τις οικονομικές απολαβές που επιφέρουν. Δεν είναι στο πλαίσιο της βιωσιμότητας που είναι πλέον το ζητούμενο παντού. Το ίδιο πιστεύω πως συμβαίνει και στη Σαντορίνη, αν και εκεί, ομολογουμένως, με κέρδισαν τόσο πολύ τα ελληνικά κρασιά, που ήμουν διατεθειμένος να το ξεχάσω». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ