ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λιγοστές οι πιθανότητες να αυξήσει το Βερολίνο τις δημόσιες δαπάνες

ΔΝΤ, E.E. και ΕΚΤ ζητούν την παρέμβαση της γερμανικής κυβέρνησης.

Με το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ, ακόμη και την Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών να ζητούν από την καγκελάριο Μέρκελ να λάβει μέτρα στήριξης της οικονομίας, το Bloomberg προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει την παραδοσιακή απέχθεια των Γερμανών προς την αύξηση των κρατικών δαπανών και τη δημιουργία ελλειμμάτων. Το συμπέρασμα είναι πως παρόλο που οι επενδυτές πληρώνουν το γερμανικό δημόσιο για το «προνόμιο» να το δανείσουν μέχρι και για 30 χρόνια, θα πρέπει να σημειωθεί οικονομική ύφεση μνημειωδών διαστάσεων ώστε να αυξήσει το Βερολίνο τις δαπάνες του σε σημαντικό βαθμό.

Η μείωση του δημοσίου χρέους που πέτυχε η Γερμανία στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας είναι υψηλότερη από σχεδόν κάθε άλλου έθνους, με το χρέος να υποχωρεί στο 60% του ΑΕΠ από 83% μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ωστόσο, οι Γερμανοί έχουν «περίπλοκη σχέση» με την αύξηση των δαπανών μέσω αύξησης των ελλειμμάτων, διότι πρόκειται «για δημοσιονομικά συντηρητικό λαό με βαθιά εμπεδωμένη κουλτούρα αποταμίευσης και φόβο για τον πληθωρισμό», αναφέρει το Bloomberg. Μπορεί η Μέρκελ να είχε ενισχύσει τη γερμανική οικονομία με μέτρα ύψους 80 δισ. ευρώ το 2009, λέγοντας αργότερα ότι ήταν η πιο δύσκολη απόφαση της καριέρας της, αλλά αυτό συνέβη με την οικονομία να συρρικνώνεται κατά περισσότερο από 5%. Το γερμανικό Κοινοβούλιο ανησύχησε τόσο πολύ, ώστε υιοθέτησε στη συνέχεια το λεγόμενο «φρένο χρέους». Εξαιτίας αυτού, η γερμανική κυβέρνηση έχει το περιθώριο να αυξήσει το καθαρό δημόσιο χρέος μόλις κατά 0,35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου κατά 10 δισ. ευρώ, όταν αναπτύσσεται η οικονομία. Ενδεχόμενη ύφεση κατά 0,5% θα επέτρεπε στο Βερολίνο να αυξήσει το καθαρό χρέος κατά επιπλέον 3,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg, το Βερολίνο θα έπρεπε να αυξήσει το καθαρό χρέος κατά τουλάχιστον 1% του ΑΕΠ ή κατά περίπου 30 δισ. ευρώ ώστε να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις από την επιβράδυνση της οικονομίας το τελευταίο έτος. Μια πιθανή λύση θα ήταν η γερμανική κυβέρνηση να παρακάμψει αυτούς τους περιορισμούς επιτρέποντας σε ημιδημόσιες υπηρεσίες ή επιχειρήσεις να εκδώσουν ομόλογα και να υιοθετήσουν προγράμματα επενδύσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, ο άλλος τρόπος ώστε να παρακαμφθεί το «φρένο χρέους» θα ήταν το γερμανικό Κοινοβούλιο να κηρύξει την οικονομία σε κρίση.

Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) καλούν τη Μέρκελ να άρει τους περιορισμούς στις κρατικές δαπάνες. Ισως η καλύτερη ελπίδα όσων θεωρούν πως είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας και κατ’ επέκταση και της Ευρωζώνης να αυξήσει το Βερολίνο τις δημοσιονομικές του δαπάνες να είναι η επικράτηση του κόμματος των Πρασίνων στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, που θα λάβουν χώρα το 2021. Στις δημοσκοπήσεις οι Πράσινοι λαμβάνουν κοντά στο 25% και βρίσκονται σε απόσταση βολής από τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Μέρκελ. Το κόμμα έχει ταχθεί υπέρ της σημαντικής αύξηση των επενδύσεων ώστε να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή, ωστόσο αυτή θα ερχόταν πολύ αργά ώστε να αντιστρέψει την παρούσα επιβράδυνση. Οι επενδυτές θα πρέπει να στρέψουν το βλέμμα τους στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2020 που θα αρχίσει στις 10 Σεπτεμβρίου, ώστε να διαπιστώσουν αν έχει αυξηθεί η πίεση προς τη Μέρκελ για χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής. Τα στοιχεία από την πορεία του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2019 θα αποτελέσουν σημαντική εξέλιξη, καθώς ενδεχόμενη συρρίκνωση του ΑΕΠ για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να αυξήσει σε κάποιο βαθμό τις δαπάνες της. Ωστόσο, εξακολουθεί να αποτελεί μακρινό ενδεχόμενο μια πραγματικά σημαντική δημοσιονομική επέκταση από την πλευρά του Βερολίνου, προβλέπει το Bloomberg. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ