ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η Θεσσαλονίκη, αν δεν είχε τις βυζαντινές εκκλησίες, θα ήταν μια ποντικότρυπα. Είναι όμως εσωστρεφής και μίζερη πόλη. Μέχρι σήμερα –καθώς η Βασιλεύουσα έχασε τα αναγνωριστικά της σημεία στους βυζαντινούς της ναούς– δεν κατάφερε να την αναδείξει ως την πιο βυζαντινή πόλη του κόσμου». Ο Θωμάς Κοροβίνης σε κάθε του βήμα σχολιάζει την εσωστρέφεια και τη μιζέρια που κατατρέχει τη Θεσσαλονίκη. Και έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει, καθώς όπως λέει «ήθελα να μείνω φρουρός στην πόλη όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, με τη διαφορά ότι εγώ τη στιγματίζω διαρκώς και απροκάλυπτα με ένα στόχο. Να ανέλθει πολιτιστικά. Η Θεσσαλονίκη είναι για εμένα πόλος έλξης και απώθησης ταυτόχρονα», λέει περπατώντας ένα ζεστό πρωινό σε αγαπημένες του γειτονιές, σε γωνιές που τον γοητεύουν. «Αγαπώ την Παναγία Χαλκέων για την ταπεινότητά της. Τα ανάκτορα του Γαλερίου για τα ανοίγματά του, τη μονή Βλατάδων και την Ανω Πόλη για τη γραφικότητά της, αν και τίποτα πια δεν είναι το ίδιο. Κάποτε περπατούσα στα στενά της και με καλούσαν στις αυλές για καφέ. Τώρα δεν υπάρχουν άνθρωποι. Νιώθω μόνος. Αλλαξε ο θίασος, χάνονται τα στοιχεία της ανθρωπιάς. Το σκηνικό τελείωσε».

Πρωινή περιπλάνηση

Για την πρωινή μας περιπλάνηση επέλεξε τα μέρη όπου συναναστρέφεται, περπατάει και νυχτοπερπατάει, ερωτεύεται, τραγουδάει, εμπνέεται, χρόνια τώρα. Από το κέντρο, πάντα, προς δυτικά όπου υπάρχει το χαρμάνι, το αλισβερίσι, η ζωντάνια. Καπάνη, Φραγκομαχαλά, Αθωνος, Λαδάδικα, Λιμάνι, Βαρδάρη. «Εκεί χτυπάει το καλό και το κακό, ο παλμός της λαϊκής διασκέδασης, της αμαρτίας. Γιατί από την άλλη πλευρά, η μπουρζουαζία δεν επιτρέπει ρωγμές στο προσωπείο της. Θέλει να συναλλάσσεται με περιθωριακά στοιχεία, να εμπνέεται, να καταγγέλλει, να αξιολογεί, να συνδιαλέγεται κατά το δοκούν και κατά περίπτωση, χωρίς αυτό να της προσδιορίζει την ταυτότητά της ούτε κατ’ εξαίρεσιν».

Σε αντίθεση με τα πολύχρωμα φουλάρια και τα χειροποίητα (από τον ίδιο) βραχιόλια, στη ζωή και στο έργο του Θωμά Κοροβίνη κυριαρχεί το ασπρόμαυρο. Οι σκοτεινές νύχτες της λαϊκής διασκέδασης, οι μαύρες σελίδες της ιστορίας απ’ όπου αντλεί ήρωες της προσωπικής του μυθολογίας για να φωτίσει την ανθρωπογεωγραφία του λαϊκού αστικού πολιτισμού στο συγγραφικό του έργο. Με φόντο συχνά τις δύο Πολιτείες του. Τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.

«Από νέος κάνω πολλές ζωές σε σχέση με την πόλη και τον ιδιαίτερο βίο μου. Ο Μάρκες λέει ότι ο άνθρωπος βιώνει τρία επίπεδα στην ταυτότητά του. Τη δημόσια, την προσωπική και τη μυστική ζωή. Η δική μου προσωπική ζωή στην πόλη είχε δύο πλάνα επίδρασης. Το ένα είναι τι κάνω, με ποιους το κάνω και πώς το ζω. Το άλλο είναι το μάτι που καταγράφει. Από παιδί είχα πολύ ευαίσθητες κοινωνικές κεραίες με την αδικία, την πορεία των ανθρώπων χωρίς κύρος ή ισχνή δύναμη. Κάθε άνθρωπος έχει ένα αξιακό σύστημα. Η δική μου Αριστερά ξεκινάει από αυτό. Είναι βιωματικής πρόσληψης. Το βίωσα από μικρός στη Μηχανιώνα, το είδα στην πόλη και το στηρίζω σε όλη μου τη ζωή», μου λέει, καθισμένοι σε ένα σύγχρονο καφενείο όπου αναζητήσαμε τη δροσιά της καυτής μέρας.

Δεν είναι το ίδιο καφενείο όπου περνούσε τις ώρες του παιδί στη Μηχανιώνα. Εκείνο είχε «διαταξικό χαρακτήρα και ήταν μέγιστο σχολείο. Εκεί σύχναζαν όλοι, αριστεροί, δεξιοί, γεωργοί, ψαράδες, καπετάνιοι, βαρκάρηδες. Η προσωπικότητα κάποιων ανθρώπων διαμορφώνεται από τα περιβάλλοντα που σε κοινωνικοποιούν πολύ νωρίς. Αυτό είναι και καλό και κακό. Κακό γιατί με τόσες ισχυρές προσλαμβάνουσες ταράζεται η ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού, από την άλλη όμως έχει μια παρακαταθήκη ωριμότητας σε πολλά επίπεδα».

Με εκείνο λοιπόν το εξασκημένο μάτι και αυτί της δεκαετίας του ’60, μικρός ακόμη, στην αγορά Μοδιάνο «έπιασε» τα βιώματα της πολύγλωσσης Θεσσαλονίκης στα πειράγματα των εμπόρων με εβραϊκές, τούρκικες, γαλλικές, αρβανίτικες λέξεις. Ο πρώτος σπόρος για την αναπαράσταση μιας Θεσσαλονίκης που χάθηκε και κυρίως της γλώσσας είχε ριζώσει. Αργότερα ως φοιτητής φιλολογίας με τεντωμένες κεραίες έζησε τον παλμό της Θεσσαλονίκης μετά το Πολυτεχνείο, «όταν οι άνθρωποι ήταν διαθέσιμοι στην επικοινωνία και στις φιλίες. Εζησα όμως και την κατηφόρα της πνευματικής ανόδου, την παρακμή της στα τέλη της δεκαετίας του ’90».


Συγγραφέας 34 βιβλίων, τώρα γράφει ένα ακόμη με θέμα τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. «Δεν κάνω ένα κατά φαντασίαν μυθιστόρημα. Κάνω μελέτη, όχι μυθολογία μέσω της λογοτεχνίας». 

Ποια βιώματα καθόρισαν τις συγγραφικές του αναζητήσεις; «Στην πόλη ήμουν πάντα περιπατητής, μοναχοπερπατητής και νυχτοπερπατητής. Οι περιπατητές από τον καιρό του Ρεμπό ακόμα, ανακάλυπταν τις μυστικές, τις κρυφές πτυχές της ζωής. Τη νύχτα η πόλη φοράει άλλα χρώματα. Κι άλλη σκευή. Βλέπεις έναν κόσμο που στο φως της ημέρας δεν αποκαλύπτεται. Η νυχτερινή αναζήτηση είναι πιο ενδιαφέρουσα, ποικιλόμορφη και πιο περικολόζα γιατί χωρίς επικινδυνότητα, χωρίς ρίσκο, η ζωή είναι ανούσια. Χωρίς ποικιλία στις παρέες και στη διασκέδαση, δεν φτάνεις στον κόσμο. Δεν αντιλαμβάνεσαι τους κραδασμούς της κοινωνίας. Αν δεν βάλεις το χέρι σου στη φωτιά να καεί, πώς θα μυριστείς τη ζωή;».

Για εμένα η αξία ενός έργου είναι να λάμπει και έπειτα από 50 χρόνια

Πού νυχτοπερπατούσε; Οπου τον καλούσε η περίσταση. «Οπου μυριζόμουν ότι ζούσα και μάθαινα. Οπου υπήρχε μια άλλη ζωή. Ο κόσμος της αμαρτίας που ενταφιάστηκε (“Κανάλ ντ’ Αμούρ”), τα λαϊκά μαγαζιά. Πρόλαβα το ξεψύχισμα του λαϊκού τραγουδιού. Εζησα τον μύθο της καζαντζιδικής εποχής. Εχω παρακολουθήσει στα πάλκα προσωπικότητες (Μπέλλου, Πόλυ Πάνου), γνώρισα τους μύθους μου. Είμαι ένας από τους βάρδους που έχουν οργανική σχέση με το θέμα. Ολα αυτά είναι μια προίκα. Δεν είναι μόνο μια θεωρητική προσέγγιση ενός που φλερτάρει με το ρεμπέτικο γιατί είναι μόδα. Είναι ο αστικός λαϊκός πολιτισμός τον οποίο έζησα και θέλησα να διασώσω με συνειδητή πρόθεση μέσα από τη λογοτεχνία και το τραγούδι. Δεν κάνω ένα κατά φαντασίαν μυθιστόρημα. Κάνω μελέτη όχι μυθολογία μέσω της λογοτεχνίας. Ομως, αν δεν γίνει διαχείριση της εμπειρίας, επεξεργασία του βιώματος και της γνώσης, δόνηση της ιδέας στην πράξη, ώστε να διαμορφωθεί ένα δημιούργημα λόγου, τότε το έργο δεν έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και επιβίωσης. Για εμένα η αξία ενός έργου είναι να λάμπει και έπειτα από 50 χρόνια. Να είναι χρήσιμο, ωφέλιμο, διδακτικό».

Με υλικά τη λαϊκή γλώσσα –μια κατάκτηση βιωματική, τη θητεία στα γράμματα και στην ερευνητική διαδικασία– στόχευση είναι η ανθρωπογεωγραφία. «Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι (χαρακτήρες, χούγια, αντιθέσεις, η αντιπαλότητα των τάξεων), το μωσαϊκό της παλιάς πόλης, το σύγχρονο δεν με ενδιαφέρει. Πιστεύω ότι για να περιγράψεις μια πληγή, πρέπει να κλείσει. Δεν μπορείς να την περιγράψεις την ώρα που χαίνει. Ποιες πληγές άλλωστε έχουν κλείσει; Κατ’ ουσίαν καμία. Ούτε η πυρκαγιά ακόμη. Απλώς τις επουλώνει ο χρόνος. Αποκαλύπτοντας τις πληγές δεν σώζεις τίποτα αλλά δίνεις την εικόνα του αρνητικού φιλμ, τις σκιές».

«Ολα γίνονται Τσάιναταουν»

Και στη σύγχρονη πόλη πού υπάρχει καταφυγή για βιώματα; «Επειδή όπως είπα το σκηνικό τελείωσε, δεν έχω αναγνωρίσιμα μέρη πλέον να καταφύγω. Δεν υπάρχει κανένα στέκι πια. Μου τα πήραν όλα. Και στις δύο πολιτείες. Και στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη. Κι εκεί όπως και εδώ δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω ως προς την ατμόσφαιρα. Ολα γίνονται Τσάιναταουν. Είμαι ξένος στις πόλεις μου. Τώρα ζω για να είμαι καλά με τον εαυτό μου, με τα δικά μου βιώματα. Τα άλλα ήταν μια άλλη ζωή. Ψυχοπαθολογικό, αλλά με τρέφει. Προσαρμόζεσαι ή αλλιώς φαντασιώνεσαι. Τώρα όλα είναι ίδια. Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, όπως είχε προβλέψει ο Μαρκούζε, φιλοσοφώντας για να μας πει αρνηθείτε, αντισταθείτε σε αυτό το μοντέλο για να ζήσετε πιο πλούσια και διανθρώπινα. Σε αυτό το είδος ανθρώπου τείνουμε να καταλήξουμε καθολικά. Κι αυτό είναι ό,τι πιο απεχθές».

Πώς αντιστέκεται; «Δεν μπορώ να κάνω κάτι. Το μόνο που μπορώ είναι να τα περνώ μέσα από τις δουλειές μου, να συνομιλώ με το παρελθόν. Γράφοντας για παράδειγμα αυτήν την περίοδο για τον Ανδρούτσο ξαναζώ, ανασταίνω και κάνω δικό μου έναν άνθρωπο που απλώς τον ξέρουμε ως έναν αληταρά οπλαρχηγό».

Πώς πρόεκυψε ο Ανδρούτσος; «Μια παραγγελία για το επετειακό ’21, λειτούργησε ως πρόκληση. Αναρωτήθηκα: ποιο θέμα με πειράζει στο ’21; Η μπαμπεσιά. Σκέφτηκα τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στη φυλακή. Η μονογραφία “Ολίγη μπέσα ορέ μπράτιμε! - Η τελευταία νύχτα του Ανδρούτσου στην Ακρόπολη” (θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αγρα) αναπτύχθηκε σε έναν αυτοαναφορικό μονόλογο. Εναυσμα ήταν η μπαμπεσιά. Η προδοσία είναι το σιχαμερό της ανθρώπινης σύστασης. Για όλους, σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο. Με αυτό το κίνητρο έμπλεξα στα δίχτυα τον Οδυσσέα κεντώντας το πορτρέτο του για να τον δικαιώσω και λίγο μέσα στη λογοτεχνία. Επλασα με τη γλώσσα του διαλόγους, μια γλώσσα μεικτή (παλαιά καθαρεύουσα, με χωριάτικες, αρβανίτικες, ιταλικές και τουρκικές λέξεις). Ετσι, κάνω κάτι για τον Ανδρούτσο, όπως έκανα για τα 34 βιβλία μου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ