ΒΙΒΛΙΟ

Οταν η ελαφρότητα συναντά το βάθος

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΕΪΤ ΑΤΚΙΝΣΟΝ
Παραπλάνηση
μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη
εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 399


Η Κέιτ Ατκινσον έχει κάτι το «παραπλανητικό»: είναι γυναίκα συγγραφέας, ευπώλητη, έχει βραβευτεί, οι κεντρικοί χαρακτήρες της είναι συχνά γυναικείοι και δείχνει να αισθάνεται εξαιρετικά άνετα όταν κινείται στην παλιά, καλή βρετανική παράδοση του χιούμορ. Ολα αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν χαρακτηριστικά μιας «ανάλαφρης» λογοτεχνίας. Κι όμως, η Ατκινσον είναι η περίπτωση που μας θυμίζει το καβαφικό: «Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν».

Η Παραπλάνηση, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση Ιωάννας Ηλιάδη, αποτελεί τέτοιο δείγμα. Αυτή τη φορά η Ατκινσον δημιουργεί ένα υβριδικό κατασκοπικό θρίλερ με πατήματα σε πραγματικά γεγονότα, με γερές δόσεις κωμωδίας και ευφυή τεχνική: η δράση εκτυλίσσεται παράλληλα σε δύο (ή μάλλον, τρεις) διαφορετικές χρονικές περιόδους, όπου τα γεγονότα αλληλοσυμπληρώνονται σαν κομμάτια ενός παζλ. Η ηρωίδα, η 18χρονη Τζούλιετ Αρμστρονγκ, τραβά την προσοχή της ΜΙ5 και βρίσκεται να συμμετέχει σε μια επιχείρηση με σκοπό την εξάρθρωση του δικτύου φιλοναζιστών της Βρετανίας. Αρχικά, αόρατη, κάθεται σε ένα γραφείο και απομαγνητοφωνεί τις συζητήσεις του προϊσταμένου της με εκπροσώπους της πέμπτης φάλαγγας, που νομίζουν πως συναντιούνται με το Τρίτο Ράιχ. Σκοπός είναι να αλιευθούν ενοχοποιητικά στοιχεία για τους ίδιους ή πληροφορίες για σαμποτάζ. Στην πορεία, η Τζούλιετ αναβαθμίζεται: με νέο όνομα και επινοημένο παρελθόν αναλαμβάνει να προσεγγίσει μια κυρία της υψηλής κοινωνίας, ηγετική μορφή των φιλοναζιστικών κύκλων.

Δέκα χρόνια μετά, την ξανασυναντάμε στο BBC, ως παραγωγό εκπαιδευτικών προγραμμάτων, να ζει μια ζωή κατ’ επίφαση φυσιολογική – αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι μάλλον κάποιος την παρακολουθεί και όχι με πολύ αγαθούς σκοπούς.

Η εξέλιξη της δράσης στα δύο χρονικά επίπεδα λειτουργεί ως υπενθύμιση πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων, παραπλάνησης των άλλων και του εαυτού μας· και ότι οι κυματισμοί από μια πέτρα που ρίξαμε στο νερό όντας «άλλοι» έχουν την τάση να φτάνουν στην όχθη μας ακριβώς όταν έχουμε ξεχάσει ακόμα και ποιοι ήμασταν τότε, νομίζοντας ότι και τα γεγονότα μάς ξέχασαν. Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε μια ακόμα εκδοχή της πανταχού παρούσας «παραπλάνησης», η Aτκινσον γράφει εδώ μερικές ξεκαρδιστικές σκηνές βρετανικής αμηχανίας, που ακτινογραφούν μια ολόκληρη πολιτισμική παράδοση διακριτικότητας –ή καταπίεσης– καθώς ακούμε τις σιωπηρές και άκρως σαρκαστικές σκέψεις στο κεφάλι της ηρωίδας, και αμέσως μετά την προς τα έξω έκφρασή τους.

Εχω την εντύπωση όμως ότι η μέγιστη «παραπλάνηση» έγκειται σε κάτι πολύ βαθύτερο. Ενώ υποτίθεται πως η Τζούλιετ βρίσκεται σε προνομιακή θέση, στο στρατόπεδο εκείνων που βάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού, ακόμα κι έτσι, η πραγματικότητα μοιάζει να αντιστέκεται με ευκολία σε κάθε απόπειρα να την αιχμαλωτίσει, να την καταλάβει επαρκώς. Νομίζω πως αυτή είναι και η ιδέα που υποκρύπτει ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος: Transcription – δηλαδή,

Μεταγραφή. Θα έλεγε κανείς ότι η όλη σχέση της Τζούλιετ με τη ζωή θυμίζει την προσπάθειά της να μεταγράψει όσα ακούει από μηχανήματα ηχητικής καταγραφής, όπου, ανάμεσα στις ατέλειωτες, μέχρι δακρύων πληκτικές κοινοτοπίες, τα βηχαλάκια, τα γαβγίσματα και τα τεχνικά προβλήματα, η ουσία, χάνεται, και το προϊόν της απομαγνητοφώνησης, της καταγραφής της πραγματικότητας δηλαδή, δεν είναι παρά ένα ακατάληπτο χάος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ