ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το επιτελικό διακύβευμα

ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το νομοσχέδιο για το επιτελικό κράτος, με όποιες ατέλειες, αποτελεί τη σημαντικότερη μέχρι σήμερα συμβολή της νέας κυβέρνησης στη χώρα. Δίνει τη βάση μιας πραγματικής «σιωπηρής επανάστασης», εφόσον συνοδευθεί με εξίσου θαρραλέες μεταρρυθμίσεις στην αποτίμηση του δημόσιου (και κυβερνητικού) έργου, στην παρακολούθηση της ροής των πόρων και των υπαλλήλων, και στην επακόλουθη αλλαγή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η ανακλαστική, αλλά και συχνά άστοχη, κριτική που ασκήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες από πολιτικούς, αλλά και σχολιαστές, καταδεικνύει τελικά το βάθος του προβλήματος, και το πόσο μακριά είμαστε ακόμη, ως κοινωνία και πολιτεία, από μια τεκμηριωμένη αντίληψη του τι πραγματικά κρατάει τη χώρα μας πίσω.

Για να κάνω μια προσωπική αναδρομή, προ τετραετίας, όταν ετοιμαζόταν ο σημαντικός τόμος «Πέρα από τη λιτότητα» του MIT Press, που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, μου ζητήθηκε να συνεισφέρω το κεφάλαιο για τη δημόσια διοίκηση. Η πρόσκληση αυτή με εξέπληξε, μιας και, παρόλο το ενδιαφέρον μου για τα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα, δεν ήμουν ειδήμων περί την ελληνική διοίκηση. Σύντομα διαπίστωσα ότι, από ακαδημαϊκής πλευράς, στον χώρο αυτό υπήρχε κενό, και έτσι για ένα χρόνο αφοσιώθηκα στην κατανόηση της απελπιστικής κατάστασης του δημόσιου τομέα. Η έλλειψη μιας οργανωμένης αποτύπωσης της πραγματικότητας του Δημοσίου ήταν σύμπτωμα της πολυδιάσπασης, της χαοτικής οργάνωσης και των οργανωτικών παθογενειών, τις οποίες και διερεύνησα. Το πρόβλημα της οικονομίας μας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη σαθρή οργάνωση του δημόσιου τομέα, την οποία επιλεκτικά και επιπόλαια αντιμετωπίσαμε και στα τρία μνημόνια.

Εως πρότινος, το κάθε υπουργείο μπορούσε ανενόχλητο να διαχειρίζεται τα του οίκου του. Χωρίς ουσιαστική παρακολούθηση, ο εκάστοτε υπουργός μπορούσε να εστιάζει σε ό,τι αυτός ή αυτή ήθελε, μιας και δεν υπήρχε λογοδοσία, ούτε παρακολούθηση έργου. Η αποτίμηση της υπουργικής πορείας –όπως η αποτίμηση κάθε υπηρεσίας– επηρεαζόταν από τις σχέσεις με τα ΜΜΕ και την ικανότητα «συρραφής αφηγήματος» του καθενός. Δεν είναι παράδοξο ότι, με τέτοια δομή, η αποτελεσματικότητα του Δημοσίου (είτε αναφερόμαστε στην Ασφάλεια, είτε στην Υγεία, είτε στην Παιδεία) επλήγη, και η διαφθορά μεγάλωσε. Ειδικά η επιτέλεση ελέγχων υπονομεύθηκε στην πράξη τόσο από την πολυδιάσπαση των αρμοδιοτήτων όσο και από την έλλειψη συστηματικής παρακολούθησης. Αυτό φρονώ ότι υπέδειξε τη θέσπιση της Αρχής Διαφάνειας και το νέο σύστημα παρακολούθησης του υπουργικού έργου.

Είναι λοιπόν λυπηρό, με δεδομένη την ελληνική πραγματικότητα, να ακούει κανείς τους ξύλινους λόγους της κ. Γεννηματά (και του ΣΥΡΙΖΑ) για το «αυταρχικό κράτος της Δεξιάς» και τον «πρωθυπουργοκεντρισμό» όταν το πραγματικό ζητούμενο είναι η εύρεση μιας οργανωτικής λύσης σε ένα πραγματικό, βαθύ πρόβλημα. Η άλωση των τσιφλικιών των εκάστοτε υπουργών και η θέσπιση «κανόνων διακυβέρνησης», που θα δεσμεύουν και θα περιορίζουν όχι μόνο τους υπουργούς αλλά και τον πρωθυπουργό, αποτελούν απαραίτητα βήματα για τον εξορθολογισμό της διοίκησης.

Το νομοσχέδιο, βέβαια, αυτό δεν θα μπορέσει από μόνο του να αλλάξει τα πράγματα. Θα χρειαστούν τρία ακόμη βήματα, τα οποία ελάχιστα συζητήθηκαν μέχρι τώρα. Πρώτον, θα πρέπει τάχιστα να προχωρήσουμε σε μέτρα τα οποία να αποτυπώνουν το παραγόμενο έργο σε κάθε τομέα, σε κάθε υπηρεσία και σε κάθε υπουργείο. Αυτό δεν θα είναι εύκολο, αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε για τα «σωστά» στοιχεία. Θα πρέπει να μπορούμε να αποτιμούμε το τι παράγεται, για να μπορέσει αυτή η δομή να λειτουργήσει αποτελεσματικά, έτσι ώστε τόσο οι υπουργοί όσο και οι δημόσιοι λειτουργοί να ελέγχονται. Δεύτερον, θα πρέπει να προχωρήσει η (τεχνολογικά αμέσως εφαρμόσιμη) καθολική ψηφιακή αποτύπωση του Δημοσίου και όλων των υπαλλήλων, έτσι ώστε να ξέρουμε τι πόρους απορροφά το κάθε κομμάτι του Δημοσίου. Και τρίτον, θα πρέπει να επανασχεδιάσουμε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο Δημόσιο και τη στελέχωση της διοίκησης.

Το νομοσχέδιο από μόνο του ούτε λύνει ούτε δημιουργεί προβλήματα. Θέτει όμως βάσεις και επιτρέπει να προχωρήσουμε στην καταγραφή τόσο των πόρων όσο και του παραγόμενου έργου, η οποία, εφόσον είναι ορατή στο Διαδίκτυο, έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίσει το Δημόσιο, αλλά και το ίδιο το πολιτικό γίγνεσθαι, μιας και οι υπουργοί θα μπορούν να κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Ως προς τη στελέχωση του Δημοσίου (από μόνιμους και όχι πολιτικά μετακλητούς) και την αποκέντρωση των αποφάσεων, αυτά θα πρέπει να αποτελούν στρατηγικό πυλώνα για τους επόμενους μήνες. Μια τέτοια οργανωτική αλλαγή είναι σώφρον να γίνει, αφού θα έχει θεσπιστεί το πλαίσιο καταμέτρησης και αξιολόγησης.

Ακόμη και σε αλλαγές που είναι στη σωστή κατεύθυνση, η κριτική και ο αντιπολιτευτικός λόγος είναι χρήσιμα, όπως είναι και ο διάλογος. Αρκεί βεβαίως να καταλαβαίνουμε τη βάση του προβλήματος, κάτι που τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι θέλαμε να αποφύγουμε.

* Ο κ. Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School, όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ