ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επιχειρηματίες αντιδρούν στην πολιτική δασμών του Τραμπ

Τις στρεβλώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο υπέδειξε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της Apple, Τιμ Κουκ, στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή, ο Κουκ μίλησε για τη μειονεκτική θέση που θα έχουν τα προϊόντα της Apple που παράγονται στην Κίνα σε σχέση με αυτά της Samsung.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο επιχειρηματικός κόσμος των ΗΠΑ διαμαρτύρεται για την πολιτική προστατευτισμού που ακολουθεί η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ λόγω των πολλαπλών επιπτώσεων στην κερδοφορία από την επιβολή δασμών στις εισαγωγές από την Κίνα και των περιορισμών που επιβάλλονται στις συναλλαγές με τεχνολογικούς κολοσσούς, ιδιαίτερα την Huawei. Τις στρεβλώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο υπέδειξε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της Apple, Τιμ Κουκ, στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή, ο Κουκ μίλησε για τη μειονεκτική θέση που θα έχουν τα προϊόντα της Apple που παράγονται στην Κίνα  σε σχέση με τη Samsung, και άρα θα φορολογηθούν από τους νέους δασμούς που ανήγγειλε ο Τραμπ.

Από τότε που ανέλαβε τα ηνία του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ έχει επιβάλει δασμούς σε εισαγωγές από την Κίνα συνολικού ύψους 250 δισ. δολαρίων. Ετοιμάζεται να φορολογήσει με 10% πρόσθετα προϊόντα που κατασκευάζονται στην Κίνα, συνολικού ύψους 300 δισ. δολαρίων, από τις αρχές Σεπτεμβρίου, συμπεριλαμβανομένων των Apple Watch και AirPods, τονίζει το αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο CNBC. Οπότε η Apple θα πρέπει να ενσωματώσει το υπερβάλλον κόστος των δασμών στην τιμή των προϊόντων της, σε αντίθεση με τη Samsung. Ο Κουκ εξήγησε πως έτσι τα προϊόντα της νοτιοκορεατικής Samsung θα αποκτήσουν προβάδισμα στην αμερικανική αγορά, καθώς παράγονται σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων του Βιετνάμ, της Νότιας Κορέας αλλά και της Κίνας.

Η αμφιταλαντευόμενη στάση του Λευκού Οίκου στις εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ενωση εντείνει το κλίμα αβεβαιότητας στις αγορές και προκαλεί μεγάλα σκαμπανεβάσματα στην κεφαλαιοποίηση των ισχυρών εταιρειών της Wall Street. Χθες, παραδείγματος χάριν, επικράτησε αισιοδοξία στην Wall Street μετά τις απώλειες της περασμένης εβδομάδας, διότι ο υπουργός Εμπορίου Γουίλμπορ Ρος αποφάσισε να αναστείλει για ακόμη 90 ημέρες την απαγόρευση πώλησης εξοπλισμού στην Huawei από αμερικανικές εταιρείες. Η παράταση αυτή ανακοινώθηκε μία ημέρα αφού ο Τραμπ είχε πει πως οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει να συναλλάσσονται με τη Huawei. Ο Λευκός Οίκος ισχυρίζεται πως ο κινεζικός κολοσσός τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού κατασκόπευε τις ΗΠΑ προς όφελος του Πεκίνου. Η Huawei, όμως, αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, καθώς την προμηθεύουν με διάφορα εξαρτήματα για την κατασκευή δικτύων κινητής τηλεφωνίας στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο.

O Τραμπ, όμως, δεν προτίθεται να χαμηλώσει τους τόνους στις εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Κίνα. Αντιθέτως. Την Κυριακή κατηγόρησε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, αλλά και άλλες χώρες, πως προσπαθεί να πλήξει την αμερικανική οικονομία, αποδίδοντας σε «συνομωσία» δυνάμεων τα ανησυχητικά σημάδια που επισκιάζουν την προοπτική της, αναφέρουν χαρακτηριστικά οι New York Times. O πρόεδρος των ΗΠΑ επέμεινε πως η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή, με την ανεργία να κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

Την περασμένη Τετάρτη, όταν η Wall Street καταρρακώθηκε ακόμη μία φορά, οι επικεφαλής των J.P Morgan, Citigroup και Bank of America είπαν ανεπίσημα στον Αμερικανό πρόεδρο πως παρότι ο Αμερικανός καταναλωτής παραμένει ισχυρός, θα μπορούσε να είναι ισχυρότερος εάν επιτυγχάνονταν εμπορική συμφωνία ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα. Ισως μία από τις πιο ηχηρές διαμαρτυρίες του επιχειρηματικού κόσμου στις ΗΠΑ για την πολιτική προστατευτισμού του Τραμπ ήταν η επιστολή 600 και πλέον εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των Walmart και Target, στα μέσα Ιουνίου, όπου απευθύνουν έκκληση για τον τερματισμό του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ - Κίνας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ