ΒΙΒΛΙΟ

Ανεβαίνοντας την ιεραρχία πέφτοντας στο κρεβάτι

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Εντάσσεται στα λιβελλογραφήματα που είχαν στόχο τη Μαρία Αντουανέτα και το περιβάλλον της. Τη μόνη που ονοματίζει άλλωστε είναι η δούκισσα Ντε Πολινιάκ (φωτ.), «γυναίκα διεφθαρμένη και κατάπτυστη για κάθε τίμιο και καλοπροαίρετο άνθρωπο».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανώνυμου
Η Μεσσαλίνα της Γαλλίας
μτφρ. Ανδρέας Στάικος
εκδ. Κίχλη, σελ. 112

«Τι να σου λέω, φίλε μου! Εξι φορές μάς σκέπασαν οι φτερούγες του έρωτα, έξι φορές πεθάναμε και έξι αναστηθήκαμε», γράφει με ενθουσιασμό και μια κάποια υπερηφάνεια για τις ερωτικές του επιδόσεις ο ανώνυμος αξιωματικός, όπως και ο ανώνυμος συγγραφέας, με κάποια από τις κυρίες της γαλλικής αυλής του 18ου αιώνα στη «Μεσσαλίνα της Γαλλίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη σε μετάφραση του Ανδρέα Στάικου. Μην αγχωθείτε όμως, αγαπητοί αναγνώστες, οι έξι συνεχόμενες φορές, που για το βιβλίο είναι η πιο σεμνή από τις περιγραφές του, είναι μια υπερβολή που χαρακτηρίζει τη σεξουαλική παραφορά στην ερωτογραφία του 18ου αιώνα, τουλάχιστον σύμφωνα με τις σημειώσεις στις τελευταίες σελίδες της έκδοσης. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ο αφηγητής σπάει και αυτό το ρεκόρ με την πραγματική πρωταγωνίστρια του διηγήματος, τη δούκισσα ντε Πολινιάκ, στον σύζυγο της οποίας απευθύνεται το γλαφυρό πόνημα.

Με αποκαλυπτικές, γλαφυρότατες, περιγραφές ερωτικών περιπτύξεων ακολουθούμε την άνοδο του φιλόδοξου (και νεαρού προφανώς) αξιωματικού στη φρουρά του βασιλιά Λουδοβίκου 16ου, η οποία περνάει μέσα από τα γυναικεία αριστοκρατικά σώματα της Αυλής. Ο αξιωματικός, για να ανέβει τη σκάλα της ιεραρχίας, πρέπει να πέσει στα κρεβάτια και στα νύχια των ακόλαστων γυναικών, οι οποίες αλλάζουν εραστές και στάσεις σαν τα πουκάμισα. Από την κυρία Ντ’ Ενέν (σύζυγο του πρίγκιπα Ντ’ Ενέν και επικεφαλής της φρουράς του αδελφού του Λουδοβίκου), ο αφηγητής μας ερωτεύεται τη Μαρία Αντουανέτα εξυμνώντας «το σφριγηλό στήθος» και την «ατλαζένια σάρκα», απολαμβάνει μαζί της πολλές παράφορες νύχτες και βλέπει την περιουσία του να αυξάνεται αλματωδώς, προτού συναντήσει το «ηφαιστειώδες πάθος» της δούκισσας Ντε Πολινιάκ. Οι ακολασίες του τριγώνου και της Αυλής σταματούν κυριολεκτικά «μαχαίρι» με την κήρυξη της Γαλλικής Επανάστασης και την κατάληψη της Βαστίλλης. Ο αξιωματικός, μεταμφιεσμένος σε αββά, φυγαδεύει τη δούκισσα για να γλιτώσει την γκιλοτίνα και κάπως έτσι χωρίζουν οι δρόμοι τους. 

Το βιβλίο, όπως σημειώνει στο επίμετρο ο Ανδρέας Στάικος, γραμμένο το 1790, είναι ένα από τα κορυφαία δείγματα της ερωτικής λογοτεχνίας της εποχής, που έχει και καταγγελτικό χαρακτήρα, όσο κι αν αυτός καλύπτεται από τα πέπλα της ηδονής. Εντάσσεται στα λιβελλογραφήματα που είχαν στόχο τη Μαρία Αντουανέτα και το περιβάλλον της. Τη μόνη που ονοματίζει άλλωστε είναι η δούκισσα Ντε Πολ(ινιακ), «γυναίκα διεφθαρμένη και κατάπτυστη για κάθε τίμιο και καλοπροαίρετο άνθρωπο».

Ωστόσο ο συγγραφέας υμνεί τα γυναικεία σώματα και τις εμπειρίες του μαζί τους χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις που σήμερα θα φάνταζαν ακόμη και αστείες, όπως το «σκήπτρο του έρωτα». Μέσα από τις ερωτικές περιγραφές μεταφέρει το κλίμα της εποχής, την αίσθηση των υπέρμετρων απολαύσεων χωρίς όρια, που ήταν γνωστές και επιτρεπτές μόνο στους λίγους και τους ισχυρούς, σαν κι αυτές να συνέβαλαν στην πτώση τους. Ολα επίσης συμβαίνουν ανώνυμα, μυστικά και θεατρινίστικα, με συναντήσεις σε πάρκα και λαβυρίνθους, πίσω πόρτες και περάσματα, μάσκες και μεταμφιέσεις. Οι αριστοκράτισσες γίνονται «Μεσσαλίνες», υποβιβάζονται σε ακόλαστες γυναίκες. Δεν λείπουν όμως το χιούμορ και η ειρωνεία μεταξύ κατεργαρέων, όταν ο αφηγητής απευθύνεται στον αναγνώστη του: «Σε ρωτώ, πού θα καταντήσουμε, αν οι σύζυγοι παρακολουθούν το άλλο τους μισό;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ