Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Καλαβρύτων Αμβρόσιος: Μίτρες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ηταν 43 χρόνια επίσκοπος. Είναι όμως και 11 χρόνια μπλόγκερ. Αυτή η δεύτερη ιδιότητά του ίσως εξηγεί περισσότερο γιατί η απόφασή του να παραιτηθεί προκάλεσε –κυριολεκτικά– πανηγυρισμούς.

Ο Καλαβρύτων είχε κατακτήσει εδώ καιρό ένα status αντι-σταρ. Ενα μεγάλο μέρος του κοινού των νέων Μέσων αναγνώριζε στο πρόσωπό του έναν πολιτικό αντίπαλο, εκεί που άλλοτε θα ένιωθε την άνεση να προσπεράσει μια κακόφωνη γραφικότητα.

Φωνή που έφτανε από τον πάτο μιας νεκρής κοίτης –της χωροφυλακίστικης δαιμονολογίας– ο Αμβρόσιος κατάφερε να επανεισβάλει στο παρόν. Δεν άλλαξε εκείνος το κήρυγμά του. Αλλαξε η εποχή. Το κήρυγμα ταίριαζε στην άμιλλα χολής που υπέθαλπαν και υποθάλπουν τα κοινωνικά δίκτυα. Διασπειρόταν και πολλαπλασιαζόταν, όχι τόσο από το δυνητικό ποίμνιο του κήρυκα, όσο από εκείνους που το άκουγαν σαν μεγάλη απειλή.

Στο πολιτικό περιβάλλον που οι νεοναζί έβρισκαν θέση στο Κοινοβούλιο, ο ιεράρχης που τους εναγκαλιζόταν δεν ήταν πια απλώς ομιλούν απολίθωμα. Είχε φτάσει να έχει τέτοια επιρροή, ώστε να αναζητούν στην αγκαλιά του ψηφοθηρική προβολή μέχρι και ευρωβουλευτές της Αριστεράς. Αυτή και μόνο η πολύ νωπή εικόνα δείχνει ότι όσοι έπαιρναν στα σοβαρά τον Αμβρόσιο δεν κινούνταν μόνο από αντικληρικαλιστικό αυτοματισμό.

Είμαστε σήμερα ακόμα εκεί; Δεν έχουν οι ακραίες δυνάμεις –εκείνες που δεν ήταν βίαιες μόνο στη γλώσσα– εξοστρακιστεί διά της κάλπης; Δεν έχει επανέλθει ο σφυγμός της δημοκρατίας σε κανονικά επίπεδα; Δεν μπορεί ακόμη και η απόσυρση ενός ιεράρχη να εκλαμβάνεται σαν ψηφίδα εξομάλυνσης;

Το πρόβλημα χάρη στο οποίο ο Αμβρόσιος είδε την εμβέλεια του άμβωνά του να μεγαλώνει θα σκιάζει πάντα τις οθόνες μας. Το πρόβλημα που, εξαιτίας του, έφτασε να απασχολεί και τα δικαστήρια, είναι αν πρέπει, και εντέλει αν μπορεί, να τεθούν όρια στον λόγο του μίσους. Αν μπορεί δηλαδή να οριστεί ένα είδος λόγου που αξίζει να ποινικοποιήσουμε.

Μια ωμή απάντηση έδωσε πέρυσι ο κατά τύχη δημιουργός της νέας δημόσιας σφαίρας. Απολογούμενος για την απουσία φίλτρων στο Facebook, ο Zuckerberg είχε κυνικά ομολογήσει ότι «είναι ευκολότερο να αναπτύξεις ένα λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης που θα εντοπίζει μια γυμνή θηλή, παρά τον μισαλλόδοξο λόγο».

Για τη φυσική νοημοσύνη η διάκριση είναι ακόμη δυσκολότερη. Η ανάγκη για έναν καθαρό και –γιατί όχι;– έναν ανώδυνο λόγο παράγει καθημερινές στρεβλώσεις: Κάνει τους προοδευτικούς να κηρύττουν σαν ιεραπόστολοι. Κάνει ακόμη και ταλαντούχους γελοιογράφους –τους επαγγελματίες αιρετικούς– να περιχαρακώνονται αυτοθυματοποιούμενοι στο καβούκι του νέου συντηρητισμού.

Ο Αμβρόσιος φεύγει. Αλλά πολλοί, αντίπαλοι φανατισμοί διεκδικούν τη μίτρα του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ