ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Γιλέκο καραγκούνας φτιάχνω σήμερα. Κεντώ τη μαύρη τσόχα, δεν πρέπει να φαίνεται καθόλου η βάση – μόνο τα περίτεχνα σχέδια. Για να ολοκληρωθεί η στολή θέλω καμιά 20αριά ημέρες με 10 ώρες καθημερινό ράψιμο. Δεν είναι να σηκώνεις κεφάλι... Χθες τελείωσα τα “τουζλούκια” ενός μερακλή και τη μακριά φουστανέλα...», έρχεται φουριόζα στο τηλέφωνο η κ. Βασιλική Ασημακοπούλου. Μετρημένοι στα δάχτυλα οι ελληνοραφτάδες. Θεματοφύλακες της παράδοσης, χωρίς αμφιβολία. Και αν τα Τρίκαλα έχουν πλέον καταγραφεί στο μυαλό μας ως η πρωτοποριακή «ψηφιακή πόλη», η κ. Βασιλική –Καρδιτσιώτισσα, αλλά εγκατεστημένη στη Φανερωμένη, λίγο έξω από τα Τρίκαλα, από τότε που παντρεύτηκε– βαστάει γερά τα ηνία της συνέχισης του πολιτισμού, της ιστορίας.

«Ξεκίνησα να ασχολούμαι με τις παραδοσιακές φορεσιές το 1990, όταν έφτιαξα τη γαμπριάτικη φορεσιά του συζύγου – πιστό αντίγραφο του ήρωα Ι. Μακρυγιάννη. Εγώ νύφη; Καραγκούνα, φυσικά!» θυμάται τα πρώτα της βήματα. «Μόνη μου έμαθα να χειρίζομαι το κορδόνι στην αρχή. Τα “μυστικά” μού έδειξε στην Καρδίτσα ο Βασίλης Αραμπατζής, σπουδαίος ελληνοράφτης. Από το ’96 άρχισα να επιμελούμαι το βεστιάριο του Λαογραφικού Συλλόγου Τρικάλων “Θεριστάδες”, του οποίου είμαι και μέλος».

Ο «συμβουλάτορας»

Κάθε τόπος έχει τη δική του φορεσιά, ιδιαιτερότητες. Πώς εντοπίζετε ποια είναι η αυθεντική; «Στην περιοχή μου –Τρίκαλα, Καρδίτσα– τις “καμπίσιες”, τις καραγκούνικες δηλαδή, τις ξέρω απέξω κι ανακατωτά! Για τις άλλες περιοχές μπορεί να βασιστώ σε αντίγραφο που θα φέρει ο πελάτης, να ανατρέξω στα βιβλία, σε υλικό από τα μουσεία της κ. Παπαντωνίου, στο Ιντερνετ. Επιπλέον, επειδή ο σύζυγός μου Αντώνης Παπαμιχαήλ είναι εκπαιδευτικός, ο οποίος κάνει εδώ και 30 χρόνια λαογραφική έρευνα, με κατευθύνει, μου υποδεικνύει πάντα το γνήσιο – είναι ο συμβουλάτοράς μου».

Πόση ελευθερία υπάρχει για να εμπλουτίσει ο ελληνοράφτης μια φορεσιά με τη φαντασία του; «Αυτό είναι θέμα συνείδησης. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα παλιά σχέδια – αν και βλέπω κάποιους που τα αλλοιώνουν, για το κέρδος... Τα σχέδια ήταν συγκεκριμένα, με επιρροές από την αρχαιότητα –ο μαίανδρος, ο κυνηγός, το δέντρο της ζωής στην καραγκούνικη ποδιά–, όλα δείχνουν την αλληλουχία της ζωής. Εχουν συμβολισμούς, δεν είναι τυχαία σχέδια. Δεν κάνω λουλουδάκια και ό,τι μου κατέβει πάνω στο ρούχο για ομορφιά. Δεν αλλάζω, επίσης, καθόλου τα πατρόν: η κεντρική “μάνα”, όπως λέμε το βασικό κομμάτι στο πίσω μέρος του σαγιά (του αμάνικου φορέματος), πρέπει να είναι 35 πόντους, επειδή αυτό ήταν το φάρδος του χτενιού στον αργαλειό. Ολα έχουν συγκεκριμένο κόψιμο. Δεν αυτοσχεδιάζεις. Μόνο στα εργαλεία μπορείς να εξελίσσεσαι, να πάρεις μια πιο σύγχρονη ραπτομηχανή, σε όλα τα άλλα πρέπει να παραμένουμε πιστοί».


Παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές από τους λιγοστούς ελληνοράφτες. Η κ. Βασιλική Ασημακοπούλου (δεξιά), μιλώντας στην «Κ», εξηγεί ότι «κάθε τόπος έχει τη δική του φορεσιά και ιδιαιτερότητες. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα παλιά σχέδια. Τα σχέδια ήταν συγκεκριμένα, με επιρροές από την αρχαιότητα. Εχουν συμβολισμούς, δεν είναι τυχαία σχέδια. Ολα έχουν συγκεκριμένο κόψιμο. Δεν αυτοσχεδιάζεις».

Οσο για διαφορές στα υλικά των φορεσιών ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους, η κ. Ασημακοπούλου εξηγεί: «Στον τόπο μας, λόγω κτηνοτροφίας, τα υλικά ήταν βαμβάκι και μαλλί. Είχαμε και μετάξι. Μπογιές, πάντα φυτικές. Οτιδήποτε άλλο, το αγόραζαν. Επίσης, δουλεύαμε περισσότερο το κορδόνι – έφτιαχναν το μάλλινο νήμα απ’ την αρχή. Μεγάλη ταλαιπωρία, αλλά και έργο τέχνης. Στα νησιά, επειδή τα καράβια έφερναν από το εξωτερικό ακριβά υφάσματα, όπως σατέν, οι νησιώτισσες τα φορούσαν πρώτες. Επιπλέον, λόγω κλίματος, κάναμε τα ρούχα μας πιο βαριά – η μόδα της καραγκούνας ήταν να προσθέτει ρούχα, ποτέ να αφαιρεί. Στα νησιά, ένα φουστάνι, ένα γιλεκάκι, σε πολλές περιοχές ούτε καν ποδιά. Και το μαντίλι, το έριχναν πάνω τους “αεράτο”».

Μιλώντας για «βαριές» φορεσιές, μία καραγκούνικη από πόσα κομμάτια μπορεί να αποτελείται; Τις φορούσαν και στην καθημερινότητά τους ή μόνο σε ειδικές περιστάσεις; «Πουκάμισο, καβάδι, σαγιάς, γιλέκο, χούφτες, δύο τραχηλιές μπροστά στο στήθος, ποδιά δεύτερη, ποδιά χρυσή, μαντίλι... Το δε χειμώνα, φορούσαν από πάνω και το φλοκάτο, ένα χοντρό μάλλινο μακρύ γιλέκο. Αν προσθέσεις και τα κοσμήματα που έμπαιναν παντού... Τα πεθερικά έφταναν να πωλούν χωράφι για να πάρουν κοσμήματα στη νύφη...»

Δέκα κιλά φορεσιά

«Πάνω από 10 κιλά η φορεσιά. Με τα νυφικά ρούχα, οι γυναίκες λειτουργούσαν καθημερινά – με αυτά θα πήγαιναν να πάρουν νερό από τη βρύση, να θερίσουν... Ολα μέχρι τον πρώτο τοκετό. Υστερα, απλοποιούσαν την καθημερινή φορεσιά τους. Πριν παντρευτεί, η κοπέλα έπρεπε να έχει 18 πουκάμισα – “πουκάμισο” λέμε το ολόσωμο μακρύ φόρεμα που καταλήγει στις άκρες και στα μανίκια σε φούντες, κρόσσια. Κεντημένα μία παλάμη στον ποδόγυρο με μάλλινη κλωστή». Ιδιαιτερότητες σε χρώματα υπήρχαν; «Ασφαλώς! Τα “μαραγκά” χρώματα –τα πιο σκοτεινά, δηλαδή– ήταν για τις μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες: μαύρο, πράσινο και μπλε. Οι νεότερες φορούσαν τα πολύχρωμα: με βάση το πορτοκαλί, το κόκκινο, το πράσινο, το γαλάζιο». Πώς έπλεναν όλα αυτά τα ρούχα; «Το γιλέκο της καραγκούνας δεν πλένεται ποτέ – το φορούσαν στην αρχή, μετά το κρατούσαν για τις γιορτές. Στα υπόλοιπα, τα κεντήματα είναι σε λωρίδα με φάρδος μία παλάμη. Τρία μέτρα στον ποδόγυρο, έξι στα λαγκιόλια (πιέτες) του σαγιά. Αδύνατον να πλυθούν έτσι. Ξηλώνεται η λωρίδα με τα σχέδια και πλένεται σκέτο το ύφασμα. Μετά, ράβονται ξανά».

Ενδιαφέρονται να μάθουν την τέχνη σας οι νέοι; «Θα έπρεπε. Ηρθαν στο εργαστήριο δύο κοπέλες, μόλις είδαν πόση δουλειά χρειάζεται, έφυγαν. Θέλει πολλή αγάπη...» Σε ποιους διαθέτετε τις παραδοσιακές φορεσιές; «Εντός και εκτός Ελλάδας. Είτε μεμονωμένα είτε σε συλλόγους. Ερχονται και πολλοί μερακλήδες, συλλέκτες, που θέλουν πιστά αντίγραφα στολών των εθνικών μας ηρώων». Ποιο είναι το σημαντικότερο όφελος από αυτή τη δουλειά για την κ. Βασιλική; «Η ικανοποίηση της δημιουργίας που μας έφερε στο σήμερα για να παραδώσουμε τον πολιτισμό μας στους νέους. Είναι οι ρίζες μας. Χωρίς ρίζες δεν ζει κανένας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ