Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Δισκοπότηρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Κι όμως. Κανείς δεν θέλει τώρα να μιλήσει για τα πλεονάσματα. Στο παρθενικό του ταξίδι στη Δύση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα κυνηγήσει το τσίγκινο δισκοπότηρο της μεταμνημονιακής σταυροφορίας. Δεν πάει στο Παρίσι και στο Βερολίνο για να ζητήσει χαλάρωση των στόχων. Για δύο λόγους: πρώτον, γιατί δεν θα τον ακούσουν· και, δεύτερον, γιατί δεν τον συμφέρει, ούτως ή άλλως, να το ζητήσει.

Η εκτίμηση στο Μαξίμου είναι ότι η δραματοποίηση κάθε επαφής του Ελληνα πρωθυπουργού και η μετατροπή της σε μνημονιακή αναμέτρηση είναι, εκτός από παρωχημένη, και ατελέσφορη.

Ιδίως οι Γερμανοί δεν ανταποκρίνονταν ποτέ σε τέτοιες οχλήσεις. Παρέπεμπαν πάντα τα αιτήματα στους εντεταλμένους της τρόικας. Η καγκελαρία ενημερώνεται καταλεπτώς από τις υπηρεσίες, αλλά δεν θα στέρξει –όπως δεν έστερξε σε πιο δραματικές στροφές της ελληνικής περιπέτειας– να παζαρέψει για ζητήματα «υπηρεσιακά».

Ακόμη όμως κι αν τα γαλλογερμανικά ώτα ήταν πιο ευήκοα, ο Μητσοτάκης δεν θα είχε, λένε, λόγο να βάλει το ζήτημα της χαλάρωσης των στόχων στις πρώτες του συναντήσεις. Δεν θα είχε λόγο να συντηρήσει την αβάσταχτη ρουτίνα, σύμφωνα με την οποία κάθε νεοεκλεγείς πρωθυπουργός τρέχει στον ράφτη να κλαυτεί επειδή τον στενεύει το κοστούμι. Το μήνυμα προς τους εταίρους και τις αγορές ότι η Ελλάδα μπορεί πια να μείνει συνεπής στις δεσμεύσεις –ότι αδυνάτισε και δεν κοιτάει με αγωνία την ούγια– εξυπηρετεί δραστικότερα τον στόχο ενός θετικού σοκ στην οικονομία.

Η τακτική αυτή φαίνεται πιο στέρεη, αν τη συνδυάσει κανείς με το ενδεχόμενο να επιτραπεί στην Αθήνα να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο με τα κέρδη των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα. Η ιδέα αυτή φαίνεται ότι έχει ωριμάσει στις Βρυξέλλες, ως ένας βελούδινος τρόπος για να επιτευχθεί μια κάποια χαλάρωση, χωρίς, τυπικά, να πριονιστεί το τοτέμ των πλεονασμάτων για το 2020.

Πίσω από την παράκαμψη των κληρονομημένων τοτέμ, κρύβεται ο στόχος μιας στρατηγικής υπέρβασης. Ηδη από το πρώτο του ταξίδι, ο Μητσοτάκης θα ήθελε να σηματοδοτήσει τη χειραφέτηση της εξωτερικής πολιτικής από τη δημοσιονομική κουζίνα. Θα ήθελε να σηματοδοτήσει τον απεγκλωβισμό της χώρας από την ομφαλοσκόπηση της κρίσης. Η Ελλάδα θα διεκδικεί έτσι πάλι ρόλο στα κεντρικά θέματα της ευρωπαϊκής ατζέντας και από αυτή τη θέση θα προσδοκά στο τέλος τα όποια οφέλη.

Μέσα σε μια Ευρώπη που παραπαίει –με την Ιταλία και τη Βρετανία να μην ξέρουν καν πώς να αυτοκτονήσουν– δεν ακούγονται όλα αυτά σαν φαντασμένος μικρομεγαλισμός;  Μπορεί να ισχύει και το αντίστροφο. Στο περιβάλλον αυτής της αβεβαιότητας, ο Μητσοτάκης μπορεί να αυτοσυστηθεί ως φορέας της πιο σταθερής, αυτοδύναμης κυβέρνησης στην Ευρωζώνη. Μπορεί κυρίως να επανασυστήσει τη χώρα, όχι, πάλι, γι’ αυτό που της συνέβη· αλλά γι’ αυτό που θέλει να γίνει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ