ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απειλή και για τις καταθέσεις είναι πλέον τα αρνητικά επιτόκια

Μέχρι τώρα, μόνον οι μεγαλύτερες τράπεζες της Ελβετίας, UBS και Credit Suisse, είχαν επιβάλει αρνητικά επιτόκια σε πελάτες με υψηλές καταθέσεις. Τελευταία ετοιμάζονταν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους ορισμένες σκανδιναβικές τράπεζες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πέντε χρόνια από τότε που ο Μάριο Ντράγκι έφερε τα πάνω κάτω στο τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης οδηγώντας τα επιτόκια του ευρώ σε αρνητικό έδαφος, τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σκέπτονται να παραβιάσουν το τελευταίο ταμπού της λιανικής τραπεζικής: να επιβάλουν αρνητικά επιτόκια στη μεγάλη πλειονότητα των καταθετών τους, ώστε να αμβλύνουν τις επιπτώσεις μιας πολιτικής που πλήττει την κερδοφορία τους. Το είχαν έως τώρα τολμήσει μόνον οι μεγαλύτερες τράπεζες της Ελβετίας, UBS και Credit Suisse, αλλά και αυτές μόνον σε πελάτες με ασυνήθιστα υψηλές καταθέσεις. Τελευταία ετοιμάζονταν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους ορισμένες σκανδιναβικές τράπεζες. Τώρα, όμως, το ταμπού φαίνεται πως θα σπάσει και εντός της Ευρωζώνης, και μάλιστα σε μια χώρα ορκισμένο εχθρό των αρνητικών επιτοκίων, τη Γερμανία.

Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων επιβαρύνει τις τράπεζες και πλήττει την κερδοφορία τους, καθώς τις αναγκάζει να πληρώνουν την ΕΚΤ για να διατηρούν τα κεφάλαιά τους στα ταμεία της, ενώ παράλληλα δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδη από τον δανεισμό. Εχουν, έτσι, επιχειρήσει να μεταβιβάσουν το κόστος σε επιχειρήσεις και σε καταθέτες με μεγάλο πλούτο. Δεν είχαν, όμως, διανοηθεί έως τώρα να αναγκάσουν τον απλό καταθέτη να πληρώνει προκειμένου να διατηρεί τα χρήματά του στην τράπεζα. Τελευταία, όμως, όλα δείχνουν πως οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία παγιώνουν τα επιτόκια σε αρνητικό πρόσημο. Τον Ιούλιο, άλλωστε, ο επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι  ουσιαστικά προανήγγειλε ότι τον επόμενο μήνα θα συμπιέσει το κόστος του δανεισμού βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος. Ετσι, στελέχη της ισπανικής Banco Sabadell, αλλά και της δεύτερης σε μέγεθος τράπεζας της Γερμανίας, της Commerzbank, δήλωσαν στο Bloomberg πως δεν αποκλείεται πλέον να επιβάλουν χρεώσεις στους καταθέτες.

«Σε αυτή τη ριζική ανατροπή πολιτικής που γνωρίζουμε τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήδη το έχουμε μελετήσει», δηλώνει ο Χάιμε Γκουαρντιόλα, διευθύνων σύμβουλος της Sabadell, αναφορικά με το ενδεχόμενο αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις. Ομοίως η Commerzbank, αφού πρώτα μείωσε το προσωπικό της κατά χιλιάδες χωρίς να αυξήσει την κερδοφορία της, τώρα εξετάζει σοβαρά την επιβολή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις, έστω και θεωρητικά προς το παρόν. Προ ημερών ο Στέφαν Ενγκελς, γενικός οικονομικός διευθυντής της τράπεζας, δήλωσε πως «αν επικρατήσει στην αγορά μια γενική τάση για επιβολή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις, θα πρέπει να το εξετάσουμε». Μην κρύβοντας πάντως τον προβληματισμό του, πρόσθεσε άμεσα πως «αν το αποτέλεσμα είναι η μαζική εκροή καταθέσεων, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα».

Το ερώτημα είναι, όμως, ποιος θα κάνει την αρχή. Οι τράπεζες εκφράζουν φόβους πως όποιος σπάσει το ταμπού θα δεχθεί καίριο πλήγμα στη φήμη και την αξιοπιστία του και θα υποστεί αυτομάτως μαζική φυγή καταθετών. Σε μια χώρα αποταμιευτών, όπως είναι η Γερμανία, το ακανθώδες θέμα των αρνητικών επιτοκίων έχει δώσει λαβή για κάθε είδους πηχυαίους τίτλους εφημερίδων και πολιτικές αντιπαραθέσεις: Ο άλλοτε υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε επιρρίψει στον Μάριο Ντράγκι την ευθύνη για την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία». Προ δύο ημερών, άλλωστε, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Μάρκους Σέντερ, δήλωσε στη γερμανική εφημερίδα Bild ότι το κόμμα του προωθεί αίτημα προς τη γερμανική βουλή να απαγορεύσει την επιβολή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις, και μάλιστα σε καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ. Τόνισε, μάλιστα, πως η πρωτοβουλία του αποτελεί μήνυμα που απευθύνεται στην Κριστίν Λαγκάρντ, διάδοχο του Ντράγκι στο τιμόνι της ΕΚΤ. Από την πλευρά της, όμως, η ένωση γερμανικών τραπ εζών εξέδωσε χθες κοινό ανακοινωθέν, με το οποίο καταδικάζει την ιδέα της απαγόρευσης και προειδοποιεί πως κάτι τέτοιο θα αποσταθεροποιήσει τις χρηματαγορές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ