ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ιταλία προκαλεί διαρκώς την τύχη της

JACK EWING, AMIE TSANG / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μία από τις πλέον υπερχρεωμένες χώρες στον πλανήτη διολισθαίνει σε βαθύτατη πολιτική κρίση. Και οι αγορές αδιαφορούν. Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται λογικό να υποχωρούν οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης. 

Επενδυτές και οικονομολόγοι έχουν θεωρήσει πως η Ιταλία είναι μια χώρα σε κρίση εν αναμονή. Ο λόγος είναι ο τοξικός συνδυασμός ενός αστρονομικού ύψους δημόσιου χρέους, μιας χαοτικής πολιτικής και μιας δυσλειτουργικής οικονομίας. Δεν θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς πως μια πολιτική κρίση στη χώρα θα ενθάρρυνε τους επενδυτές να δανείσουν την Ιταλία. Και όμως, την Τετάρτη συνέχιζαν να μειώνουν τις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων, έστω και ελάχιστα. Αυτό πρόδιδε μια ήπια εμπιστοσύνη των επενδυτών στη μελλοντική κυβέρνηση. Φαίνεται πως οι επενδυτές πιστεύουν πως οποιαδήποτε κυβέρνηση θα είναι καλύτερη από αυτή που κατέρρευσε μέσα στην εβδομάδα, από τον αταίριαστο αυτόν συνδυασμό της Λέγκας του Σαλβίνι και του αντισυστημικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων. Η κυβέρνηση αυτή απειλούσε να παραβιάσει τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε., προσέγγιζε τον πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, και δεν κατόρθωσε να απογειώσει την ανάπτυξη της Ιταλίας από το μηδέν στο οποίο βρίσκεται. Κάποιοι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι τα Πέντε Αστέρια θα σχηματίσουν κυβέρνηση με το Δημοκρατικό Κόμμα, μια κυβέρνηση που τουλάχιστον δεν θα έχει τόση διάθεση να βγάλει την Ιταλία από το ευρώ. Αλλοι επενδυτές ίσως προεξοφλούν εκλογές, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν νίκη του Σαλβίνι. Αν νικήσει ο Σαλβίνι, θα σχηματίσει κυβέρνηση που θα χρησιμοποιεί λαϊκιστικά επιχειρήματα, αλλά θα είναι φιλική προς τις επιχειρήσεις. Η θεωρία αυτή αντανακλά τις ελπίδες και τις επιθυμίες των επενδυτών.

«Πολλοί πιστεύουν πως οτιδήποτε θα είναι καλύτερο από τη σημερινή κυβέρνηση, ακόμα και μια κυβέρνηση με αρχηγό έναν ακροδεξιό», επισημαίνει ο Λορέντζο Κοντόγνιο, πρώην γενικός διευθυντής του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών και νυν ανεξάρτητος σύμβουλος. Οπως τονίζει ο ίδιος, «τείνουν να υποτιμούν τους κινδύνους». Είναι, άλλωστε, πιθανό να έχουν οι επενδυτές εξοικειωθεί τόσο με το δράμα της Ρώμης, ώστε απλώς αδιαφορούν για τα τελευταία επεισόδια. Εστιάζουν, αντιθέτως, το ενδιαφέρον τους στο πόσο πιθανόν είναι να ανακοινώσει νέο πρόγραμμα στήριξης η ΕΚΤ και να μειωθούν περαιτέρω οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των ιταλικών.

Το χρέος της Ιταλίας ανέρχεται στο 134% του ΑΕΠ της και είναι ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο. Αν οι επενδυτές πάψουν να πιστεύουν πως η κυβέρνηση θα αποπληρώσει το χρέος της, ο αντίκτυπος στην παγκόσμια χρηματαγορά μπορεί να είναι καταστρεπτικός. «Σε περίπτωση πτώχευσης της Ιταλίας, οι χρηματαγορές θα πληγούν από ένα μεγάλο τσουνάμι», σχολιάζει η Λουκρέτζια Ράιχλιν, καθηγήτρια Οικονομικών στο London Business School. Το χρέος της δεν θα ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αν η ιταλική οικονομία αναπτυσσόταν. Δεν αναπτύσσεται, όμως. Η ανάπτυξη το δεύτερο τρίμηνο ήταν μηδενική. Η σημερινή κυβέρνηση έχει οξύνει το πρόβλημα του χρέους και έχει προκαλέσει μεγαλύτερες αναταράξεις στις αγορές, απειλώντας να διευρύνει το έλλειμμα και να παραβιάσει, έτσι, τους κανόνες της Ε.Ε. Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου του ιταλικού δημοσίου βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά αυτό δεν αποτελεί ακριβώς ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Οι αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων είναι αρνητικές, όμως τα κρατικά ομόλογα αποτελούν γνώμονα για τον τραπεζικό δανεισμό. Εν ολίγοις, οι ιταλικές επιχειρήσεις και οι Ιταλοί πληρώνουν περισσότερα για να δανείζονται από όσο πληρώνει μια εταιρεία στη Γερμανία ή στη Γαλλία. Και δεδομένου ότι η ύφεση βρίσκεται προ των πυλών, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αυξήσει τις δαπάνες χωρίς να προκαλέσει περαιτέρω πανικό στις αγορές. Επιπλέον, κανένα από τα πιθανά μετεκλογικά σενάρια δεν υπόσχεται μια πιο αποτελεσματική ομάδα και σίγουρα όχι μια ομάδα που μπορεί να αντιμετωπίσει τα βαθύτατα οικονομικά προβλήματα της Ιταλίας. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ