ΕΛΛΑΔΑ

Μικρή ερωτική καλοκαιρινή ιστορία 4

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Στην άκρη του γκρεμού», έργο της Βρετανίδας ζωγράφου Λόρα Νάιτ (1877-1970).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Συνέβη αρχές Αυγούστου. Μέχρι να συμβεί όμως ουσιαστικά δεν γνωρίζονταν. Ή μάλλον εκείνη αγνοούσε επί της ουσίας την ύπαρξή του. Εως τότε την έβλεπε σχεδόν κάθε νύχτα στα ίδια μέρη, στους ίδιους πεζόδρομους με τα μπαρ και τις ταβέρνες. Οι παρέες τους ήταν λίγο πολύ κοινές. Μία τυπική σύσταση, περιστασιακή και αδιάφορη, ήταν το απώτατο όριο της σχέσης τους.

Κι ωστόσο εκείνος την αναζητούσε. Ωσπου μια νύχτα, σ’ ένα γωνιακό μπαρ σε αθηναϊκό πεζόδρομο, αφού οι κοινοί τους γνωστοί και φίλοι άρχισαν να αποχωρούν, έμειναν οι δύο τους. Αν τους ρωτήσετε, κανένας από τους δύο δεν πρέπει να θυμάται τι έπιναν. Για λόγους ατμόσφαιρας όμως, ας πούμε ότι εκείνη έπινε Τζέιμσον κι εκείνος τζιν τόνικ. Την αμηχανία διέλυσε σιγά σιγά το οινόπνευμα, το προχωρημένο της ώρας και οι κοινοτοπίες περί διακοπών. Εκείνη θα έφευγε την επομένη για ένα νησί με παρέα. Εκείνος δεν είχε κανονίσει τίποτα ακόμα. «Δεν έρχεσαι μαζί μας;», του είπε ξαφνιάζοντάς τον. Δέχθηκε χωρίς να το σκεφτεί. Δεν θα ήξερε κανέναν αλλά δέχθηκε.

Την επομένη το πρωί, τηλεφωνήθηκαν για τα διαδικαστικά. Η σαγήνη της νύχτας και του οινοπνεύματος είχαν διαλυθεί. «Θα έρθεις όντως;», τον ρώτησε εκείνη από το τηλέφωνο κάπως μετανιωμένη και ψυχρή. Το σκέφτηκε λίγο προτού της απαντήσει. «Ναι, θα έρθω», της είπε. Εννοείται πως όλα ήταν τελείως αμήχανα και άβολα στην αρχή. Με αποκορύφωμα το ότι έπρεπε να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο. Δύο περίπου άγνωστοι. Εκείνος να φλέγεται από την επιθυμία μα να μη δείχνει τίποτα. Μονάχα να προσπαθεί να είναι ευχάριστος, ευγενής.

Κάποια στιγμή φυσικά συνέβη. Με δική της προτροπή εν τέλει. Και ήταν σαν έκρηξη. Για λίγο, στα είκοσι οκτώ του, πίστεψε ότι η πραγματικότητα καμιά φορά υποκλίνεται στο όνειρο. Από τις μέρες και τις νύχτες στο νησί θυμάται μια μέθη – ολοκληρωτική, πλήρη. Μια υπέροχη, εξαντλητική σπατάλη. Σώματα σε διαρκή μέθεξη.

Οταν επέστρεψαν στην Αθήνα και χωρίστηκαν στα σπίτια τους, έκανε κάτι για πρώτη –και τελευταία– φορά στη ζωή του: ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κοιτούσε το ταβάνι, μετρώντας τις στιγμές μέχρι να την ξαναδεί.

Πολύ γρήγορα, την έπνιξε – αναπόφευκτα. Η ιστορία τους έσβησε άδοξα, όπως όλα τα πυροτεχνήματα.

Χρόνια μετά, στα σαράντα τους, μια περίσταση το έφερε έτσι ώστε να ξανασμίξουν. Ηταν και πάλι έντονο. Την έβρισκε ακόμα όμορφη, ποθητή. Και ήταν και πάλι καλοκαίρι. Μονάχα που ακόμα και τη στιγμή που συνέβαινε αυτό για το οποίο κάποτε θα μπορούσε να σκοτώσει για να το αποκτήσει ξανά, τώρα το μετάνιωνε επί τόπου.

Δεν της τηλεφώνησε ξανά. Εκείνη τον αναζήτησε απορημένη, οργισμένη, πληγωμένη. Απόρησε και ο ίδιος με τον εαυτό του. Αλλά είχε φύγει πια. Εκείνη η αίσθηση είχε χαθεί. Το νησί φυσικά, το δωμάτιό τους στο νησί, με τα τσαλακωμένα σεντόνια, παρέμενε ακέραιο, αμετάβλητο, αληθινό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ