ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οργή Τραμπ για τους δασμούς της Κίνας σε αμερικανικά προϊόντα

Η Κίνα ανακοίνωσε την αναμενόμενη απόφασή της να επιβάλει επιπλέον δασμούς σε εισαγωγές από την Αμερική ύψους 75 δισ. δολαρίων τον χρόνο, σε αντίποινα για επιπλέον δασμούς που είχε ήδη ανακοινώσει ο Ντόναλντ Τραμπ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την οργισμένη αντίδραση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε χθες η απόφαση της Κίνας να αυξήσει κατά 10% τους δασμούς σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ ύψους 75 δισ. δολαρίων τον χρόνο, ως αντίποινα για την ανάλογη αύξηση δασμών από τις ΗΠΑ σε εισαγωγές από την Κίνα ύψους 300 δισ. δολαρίων. Ο Τραμπ με σειρά δηλώσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter είπε πως «δεν χρειαζόμαστε την Κίνα... είμαστε πολύ καλύτερα χωρίς αυτούς», ενώ χαρακτήρισε τον πρόεδρο της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Τζερόμ Πάουελ «εχθρό» των ΗΠΑ! Πλέον, είναι ορατή η απειλή ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ - Κίνας να κλιμακωθεί σε πολύ επικίνδυνο βαθμό, υπονομεύοντας καίρια την παγκόσμια οικονομία που έχει ήδη επιβραδυνθεί σοβαρά.

Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε την Κίνα ότι έχει κλέψει από τις ΗΠΑ τρισ. δολάρια τα τελευταία χρόνια μέσω κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και πως θέλει να συνεχίσει να το πράττει. «Δεν θα αφήσω να συμβεί αυτό. Δεν χρειαζόμαστε την Κίνα και, ειλικρινά, θα ήμασταν πολύ καλύτερα χωρίς αυτούς». Οι επόμενες δηλώσεις του Τραμπ προκάλεσαν έντονη ανησυχία, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος έγραψε: «Οι μεγάλες αμερικανικές μας εταιρείες διατάσσονται διά του παρόντος να αρχίσουν αμέσως να αναζητούν εναλλακτικές (επιλογές) από την Κίνα, περιλαμβανομένης (της επιλογής) να φέρουν τις εταιρείες στην πατρίδα και να παράγουν τα προϊόντα τους στις ΗΠΑ». Η διαταγή προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις, νομικά ανεφάρμοστη αλλά ιδιαίτερα προβληματική στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς, προκάλεσε πολλά αρνητικά σχόλια από σχολιαστές. Ελάχιστα λεπτά νωρίτερα ο πρόεδρος Τραμπ είχε κατηγορήσει την αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) ότι «ως συνήθως δεν έκανε τίποτα... Το μοναδικό μου ερώτημα είναι, ποιος είναι μεγαλύτερος εχθρός μας, ο Τζερόμ Πάουελ ή πρόεδρος Σι», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος, αναφερόμενος στον πρόεδρο της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και στον Κινέζο ομόλογο του Σι Τζινπίνγκ. Ο Τραμπ, παραβιάζοντας κάθε παράδοση, πιέζει δημόσια σε τακτική βάση τη Fed να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική της. Η αντίδραση του Αμερικανού προέδρου προκάλεσε μεγάλη πτώση των βασικών δεικτών της Wall Street, με τον δείκτη S&P 500 να υποχωρεί κατά 1,84% και τον Dow Jones να υποχωρεί κατά 1,74%. Το δολάριο ενισχυόταν κατά 0,94% έναντι του γιεν. Πτωτικά κινούνταν χθες και οι αναδυόμενες αγορές, όπως και τα νομίσματα αναπτυσσόμενων χωρών που έχουν σημαντική εξάρτηση από πρώτες ύλες, ενώ αντιθέτως ενισχύθηκαν περιουσιακά στοιχεία που θεωρούνται ασφαλή καταφύγια όπως το γιεν και ο χρυσός.

Χθες το πρωί, η Κίνα ανακοίνωσε την αναμενόμενη απόφασή της να επιβάλει επιπλέον δασμούς σε εισαγωγές από την Αμερική, ύψους 75 δισ. δολαρίων τον χρόνο, σε αντίποινα για επιπλέον δασμούς που είχε ήδη ανακοινώσει ο Ντόναλντ Τραμπ. Η Κίνα θα αυξήσει τους δασμούς σε σειρά αμερικανικών προϊόντων την 1η Σεπτεμβρίου και σε άλλα προϊόντα στις 15 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με ανακοίνωση Τύπου του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου. Ακριβώς τις ίδιες ημερομηνίες οι ΗΠΑ θα αυξήσουν κατά 10% τους δασμούς σε εισαγωγές από την Κίνα ύψους 300 δισ. δολαρίων τον χρόνο. Ωστόσο το Πεκίνο αποφάσισε να επιβάλει επιπλέον δασμό ύψους 5% στις εισαγωγές αμερικανικής σόγιας και πετρελαίου, ενώ επιπλέον δασμός ύψους 25% θα επιβληθεί ξανά από τις 15 Δεκεμβρίου στις εισαγωγές αυτοκινήτων από τις ΗΠΑ. Τα αντίποινα του Πεκίνου επανέφεραν στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τις προοπτικές των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, αλλά και της ίδιας της παγκόσμιας οικονομίας που, όπως είχε προβλέψει το ΔΝΤ τον Ιούλιο, θα επιβραδυνθεί στο 3,2% το 2019, ρυθμός που είναι ο χαμηλότερος από το 2016, από 3,6% το 2018. Νωρίτερα τον Αύγουστο, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε αποφασίσει την αύξηση κατά 10% των δασμών σε εισαγωγές από την Κίνα ύψους 300 δισ. δολαρίων τον χρόνο, στις οποίες δεν είχε επιβάλει επιπλέον δασμούς. Ως απάντηση, η Κίνα είχε διακόψει τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και είχε επιτρέψει στο γουάν να υποχωρήσει έναντι του δολαρίου. Εκτοτε, οι επικεφαλής διαπραγματευτές των δύο πλευρών είχαν μιλήσει τηλεφωνικώς, ενώ έχει προγραμματιστεί και νέα τηλεφωνική επικοινωνία τις επόμενες ημέρες, η οποία είναι άγνωστο αν θα πραγματοποιηθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ