Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Πίτερ Φόντα: Ο «Ξένοιαστος καβαλάρης» ξεπέζεψε για πάντα

ΚΟΣΜΟΣ

Ο Πίτερ Φόντα (1940-2019), εμβληματική φυσιογνωμία των αμερικανικών σίξτις και των παιδιών των λουλουδιών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Οποιος μεγάλωνε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 στην Ελλάδα και άκουγε ροκ (ή άκουγαν τα μεγαλύτερα αδέλφια του ροκ) έχει απόλυτα ταυτισμένο μέσα του τον ορμητικό, ξεσηκωτικό ήχο του «Born to be wild», του τραγουδιού με το οποίο ανοίγει η ταινία «Ξένοιαστος καβαλάρης», με τη μορφή του Πίτερ Φόντα πάνω σε μια «τσόπερ» μοτοσικλέτα να χάνεται κάπου στην έρημο της αμερικανικής ενδοχώρας.

Τη διπλή αυτή γοητεία μουσικής και εικόνας προσπαθούσαν μάταια να μειώσουν οι γονείς μιλώντας για «αλήτες», ίσα ίσα για να τονώσουν ακόμα περισσότερο τη δύναμη της έλξης που άσκησε σε σειρά γενεών όλο αυτό το σύμπλεγμα εικόνας και ήχου, στο επίκεντρο του οποίου βρισκόταν ο γαλανομάτης Πίτερ Φόντα.

Στη θρυλική ταινία του 1969 πρωταγωνιστούσαν και οι Τζακ Νίκολσον και Ντένις Χόπερ, περισσότερο όμως από κάθε άλλον ήταν ο Φόντα που «έγραψε» ανεξίτηλα στις μνήμες των νέων εκείνης της περιόδου.
Κατά κάποιον τρόπο, ο χρόνος μοιάζει να σταμάτησε για τον Πίτερ Φόντα στο 1969, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, καλό και κακό. Με το που ανακοινώθηκε ο θάνατός του πριν από μερικές ημέρες, από καρκίνο στον πνεύμονα, οι πάντες δεν είχαν παρά να θυμηθούν μία μόνο ταινία και αυτή ήταν ο «Ξένοιαστος καβαλάρης» του 1969, στην οποία, βέβαια, όχι μόνον πρωταγωνίστησε αλλά συνέγραψε και το σενάριο (μαζί με τον Χόπερ και τον Τέρι Σάουδερν). Με άλλα λόγια, ο Φόντα παρέμεινε σε όλη του τη ζωή γνήσιο τέκνο των αμερικανικών (των παγκόσμιων μάλλον) σίξτις.

Καμία σχέση, λοιπόν, με το «άστρο» του πατέρα του, Χένρι, και της αδελφής του, Τζέιν. Οι δύο τελευταίοι έλαμψαν με το πολύπλευρο υποκριτικό τους ταλέντο, παραμένοντας στην πρώτη γραμμή του κινηματογραφικού θεάματος σε όλη τους τη ζωή. Ο Πίτερ δεν κέρδισε ποτέ Οσκαρ αλλά προτάθηκε δύο φορές: τη μία το 1969 και τη δεύτερη... τρεις δεκαετίες αργότερα.

Γεννημένος το 1940 στο Μανχάταν, είδε στα δέκα του χρόνια τη μητέρα του να αυτοκτονεί, αλλά και τον εαυτό του, λίγο καιρό αργότερα, να αυτοτραυματίζεται σοβαρά στο στομάχι με πιστόλι. Ο ίδιος δεν ξεκαθάρισε ποτέ αν ήταν απόπειρα αυτοκτονίας, ατύχημα ή απλώς μια σπασμωδική προσπάθεια αυτοτραυματισμού. «Αυτοτραυματίζεται κάποιος στο χέρι, όχι στο στομάχι», σχολίασε με νόημα λίγα χρόνια πριν πεθάνει, παραμένοντας όμως κρυπτικός ως προς το συγκεκριμένο γεγονός.

Παρότι με τον πατέρα του υπήρξαν αποξενωμένοι («τα βρήκαν» λίγο καιρό πριν από τον θάνατο του Χένρι Φόντα, το 1982), τον έθελξε η υποκριτική. Στο θέατρο άρχισε τις εμφανίσεις από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όπως επίσης και στην τηλεόραση και στο σινεμά. Η πρώτη του δημόσια επαφή με το πνεύμα της αμφισβήτησης και της ψυχεδέλειας ήρθε το 1967 όταν έπαιξε στην ταινία του Ρότζερ Κόρμαν «Το ταξίδι» (The trip), ερμηνεύοντας έναν μειλίχιο τηλεπαρουσιαστή που παίρνει για πρώτη φορά LSD. «Δεν άρχισα να τρέχω σαν τρελός», διευκρίνισε χρόνια μετά, όταν ρωτήθηκε για την εμπειρία. «Το πέρασα όλο ξαπλωμένος σε έναν καναπέ και ευτυχώς που δεν έχω προβλήματα εθισμού, διότι δεν δοκίμασα ποτέ ξανά κάτι τέτοιο – εκτός φυσικά από μαριχουάνα».

Η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1969, ως γνωστόν, με τον «Ξένοιαστο καβαλάρη», ταινία που μίλησε στις ψυχές των νέων Αμερικανών της εποχής, καθώς δεν είχε υπάρξει τίποτε παρόμοιο προηγουμένως, όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος ο Φόντα.

Αυτό ήταν. Σαν να μην «ξεκόλλησε» έκτοτε από τη στερεοτυπική εικόνα του «τσοπερά» ο Φόντα, πρωταγωνίστησε σε δεύτερης διαλογής (αλλά ωστόσο άκρως ψυχαγωγικές) ταινίες με μοτοσικλέτες. Η καριέρα του έπεσε σε αφάνεια, αλλά τον ίδιο δεν έδειχνε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Η «νιρβάνα» των σίξτις ίσως να τον είχε αγγίξει στ’ αλήθεια.

Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1997, όταν με το φιλμ «Ulee’s Gold» προτάθηκε για το δεύτερό του Οσκαρ, ερμηνεύοντας έναν μελαγχολικό μελισσοκόμο και βετεράνο του Βιετνάμ. Δύο χρόνια αργότερα, ο Φόντα εμφανίστηκε στην ταινία «The Limey» του Στίβεν Σόντερμπεργκ, όπου ερμηνεύει έναν μουσικό παραγωγό και έμπορο ναρκωτικών, ενώ το 2007 ξεχώρισε για την ερμηνεία του στο εξαιρετικό γουέστερν «Τελευταίο τρένο για τη Γιούμα», όπου, αυτή τη φορά, ο Φόντα δεν ιππεύει μοτοσικλέτες αλλά άλογα.

Οι ερμηνείες του στις τρεις τελευταίες ταινίες απέδειξαν πως δεν ήταν ένας ατάλαντος που απλώς έγινε «καλτ» φιγούρα λόγω του «Ξένοιαστου καβαλάρη». Απέδειξαν επίσης ότι ποτέ δεν θα έφτανε σε αξία τον πατέρα του και την Τζέιν Φόντα – αλλά και πάλι, δεν τον πείραζε.

Από την άλλη πλευρά, δεν είχε κανένα σκοπό να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Πολλοί νόμισαν πως ο Φόντα είχε τελειώσει εδώ και δεκαετίες, αλλά ο ίδιος δεν το έβλεπε καθόλου έτσι.

Η Τζέιν Φόντα, τρία χρόνια μεγαλύτερή του, έκανε μια συγκινητική ανάρτηση για τον θάνατο του αδελφού της, μνημονεύοντας πως κάποτε της είχε πει πως ίσως και τα φασολάκια να υποφέρουν που τα τρώμε. «Ηταν γνήσιο παιδί της δεκαετίας του ’60 ο αδελφός μου, τελείως μα τελείως άκακος», γράφει η σπουδαία ηθοποιός.

Ο Πίτερ Φόντα απέκτησε δύο παιδιά (ένα από τα οποία είναι η ηθοποιός Μπρίτζετ Φόντα) με την πρώτη του γυναίκα, τη Σούζαν Μπρούερ, με την οποία παντρεύτηκαν το 1961. Χώρισαν το 1974 και την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε στην Πόρσια Ρεβέκκα Κρόκετ. Χώρισαν το 2011, χρονιά που ο Φόντα παντρεύτηκε για τρίτη φορά, τη Μάργκαρετ ντε Βόγκελαρ.

Προετοιμαζόταν για την 50ή επέτειο του «Ξένοιαστου καβαλάρη», η γιορτή της οποίας θα πραγματοποιούνταν το ερχόμενο φθινόπωρο. Δεν πρόλαβε. Οπως σημειώνουν οι New York Times, στην ιστοσελίδα του υπάρχει αναρτημένη μία του φράση: «Πιστεύω ότι κάποιος είναι αληθινά ελεύθερος όταν έχει παιδεία· και κάποιος μπορεί να έχει παιδεία όταν είναι αληθινά ελεύθερος». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ