Πώς έχει αλλάξει η εμπειρία της ανάβασης τα τελευταία 35 χρόνια, τα ρεκόρ και τα απρόοπτα, η τοπική συνταγή του φακόρυζου που έγινε σούσι και τα θανάσιμα ατυχήματα που έχουν αυξηθεί.

Φέτος ήταν άλλη μια καταστροφική χρονιά για το Έβερεστ, με 11 θανάτους κοντά στην κορυφή. Αυτό μου έφερε αναμνήσεις, καθώς ανεβαίνω στο βουνό τα τελευταία 35 χρόνια και κάποιοι από τους νεκρούς του είναι ορειβάτες που γνωρίζω. Το Έβερεστ ή Τσομολάνγκμα, όπως λέγεται στο Θιβέτ, κατακτήθηκε πρώτη φορά τον Μάιο του 1953 από τον Τένζινγκ Νόργκεϊ και τον Σερ Έντμουντ Χίλαρι. Ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να περάσω λίγο χρόνο με τον τελευταίο. Ήταν ένας πολύ σεμνός άντρας που δεν κόμπαζε ποτέ για το κατόρθωμά του.


Στον παγετώνα Ρόνγκμπουκ, στη βόρεια πλευρά του Έβερεστ.

Έχουν περάσει έξι δεκαετίες και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν σκαρφαλώσει στις πλαγιές του βουνού, και περίπου 2.000 από αυτούς, από πολλές διαφορετικές γωνιές του κόσμου ο καθένας, έχουν φτάσει στην κορυφή. Η ανάβαση έχει μετατραπεί σε χαζή περιπέτεια για κάποιους που έχουν λεφτά να ξοδέψουν και θέλουν να πάνε ώστε να μιλάνε μετά για αυτό. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που άνθρωποι πεθαίνουν εκεί πάνω. Δεν μπορείς να «αγοράσεις» την κορυφή. Είναι ελάχιστοι πλέον οι σοβαροί ορειβάτες που ανεβαίνουν επειδή αγαπούν την ορειβασία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ζούσα στο Κατμαντού και «έτρεχα» εκεί μια επιχείρηση. Ακόμη και τότε με εξέπληττε το τι συνέβαινε στα Ιμαλάια, καθώς κατέληξα να πετάω με ελικόπτερο κάθε εβδομάδα για κάποια αποστολή διάσωσης.

Ένας παππούς με τον εγγονό του σκαρφάλωσαν πριν από μερικά χρόνια, ένας τυφλός άνδρας στάθηκε στην κορυφή, ένας χωρίς ένα πόδι τα κατάφερε, ένας Σέρπα (εθνοτική ομάδα του Νεπάλ) ανέβηκε σε 17 ώρες και πολλοί πολλοί ακόμα. Ο κάτοχος του ρεκόρ για τις περισσότερες αναβάσεις στο Έβερεστ είναι ένας Σέρπα που έχει ανέβει 24 φορές... Όπως λέει ένας φίλος μου στο Νεπάλ, το μόνο που λείπει από την κορυφή είναι ένας νεροχύτης!

ΠΑΡΑΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά από τη δεκαετία του 1950 πάνω στο βουνό. Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα το Έβερεστ πριν από 35 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1983, όταν έκανα πεζοπορία μέχρι την Κατασκήνωση Βάσης (Base Camp) από το Νεπάλ. Παρότι ήταν στην καρδιά του χειμώνα και είχε αρκετό χιόνι, ο καιρός ήταν ηλιόλουστος, εξαιρετικός. Προσέλαβα έναν αχθοφόρο και ξεκίνησα από ένα μικρό χωριό που το λένε Γκίρι, με μόνη μου παρέα έναν σκύλο που με ακολουθούσε από το Τενγκμπότσε μέχρι και την Κατασκήνωση και πίσω, παίζοντας με το χιόνι και τρώγοντας το φαγητό μου, καθώς το νταλ (τοπικό φακόρυζο) δεν είναι από τα αγαπημένα μου πιάτα. Το φαγητό τότε εκεί ήταν μόνο αυτό! Το μοναστήρι στο Τενγκμπότσε ήταν μικρό με λίγους μοναχούς (πριν τη φωτιά που το κατέστρεψε μερικά χρόνια αργότερα) και θυμάμαι ότι σχεδόν χάθηκα στο μονοπάτι για το Καλαπάθαρ. Στην Κατασκήνωση Βάσης δεν υπήρχε κανένας.

Την άνοιξη του 1984 επέστρεψα στο βουνό και πλήρωσα το τίμημα της χαλαρότητάς μου σχετικά με την ασθένεια του υψομέτρου, επειδή την προηγούμενη χρονιά δεν είχα αντιμετωπίσει πρόβλημα. Αρρώστησα πολύ στη μέση της νύχτας στο Λομπούτσε και επέστρεψα σαν μεθυσμένος στο Φερίτσε, παραπατώντας μόνος μου πάνω στο μονοπάτι. Αυτή η εμπειρία μού έδωσε ένα πολύ μεγάλο μάθημα: «το υψόμετρο είναι απρόβλεπτο και δεν παίρνει αιχμαλώτους». Ήταν μια πολύ δύσκολη, κρύα, επικίνδυνη κατάβαση και, φτάνοντας στο Ναμτσέ Μπαζάρ, είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα το ξανακάνω ποτέ. Σήμερα, 35 χρόνια αργότερα, το έχω ξανακάνει μια ντουζίνα φορές ακόμα.


Ο Βασίλης Κουτσαύτης στην Κατασκήνωση Βάσης του Κανγκσούνγκ.


Τελευταία φορά που ήμουν στην Κατασκήνωση Βάσης στην πλευρά του Νεπάλ ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, και ήταν γεμάτη ορειβάτες και αποστολές. Σήμερα υπάρχει ίντερνετ καφέ εκεί, και στη βόρεια πλευρά του Θιβέτ (Ρόνγκμπουκ) το κινητό σας τηλέφωνο θα λειτουργεί. Παρ’ όλα αυτά η αγαπημένη μου πλευρά του Έβερεστ είναι η απομακρυσμένη και κρυφή, το Κανγκσούνγκ, που ανακαλύφθηκε το 1924 από τους Μάλορι και Ίρβιν. Ελάχιστοι πάνε εκεί γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτάσεις στην κοιλάδα. Ηγήθηκα της πρώτης μου αποστολής εκεί (ανατολική πλευρά από το Θιβέτ) το 1991 και ερωτεύτηκα την περιοχή. Από τότε έμενα μακριά από τη νεπαλέζικη πλευρά, εκτός αν ήταν απολύτως απαραίτητο να πάω. Το Κανγκσούνγκ έχει κατακτηθεί μόνο δύο φορές και η κοιλάδα του διαθέτει, κυριολεκτικά, το πιο μαγευτικό ορεινό τοπίο σε όλο τον κόσμο, όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπεις και να βγεις, και αν κάτι πάει στραβά, είσαι μόνος σου, δεν υπάρχει ελικόπτερο διάσωσης σε αυτή την περιοχή.

Το Κανγκσούνγκ είναι η μόνη διαδρομή που έχω ηγηθεί τόσες πολλές φορές, 11 έως τώρα, και είμαι σίγουρος ότι θα ξαναγυρνούσα, παρότι κάθε φορά υπόσχομαι ότι αυτή είναι η τελευταία. Στο Θιβέτ το παρατσούκλι μου είναι «Κύριος Κανγκσούνγκ», γιατί έως τώρα είμαι ο μόνος δυτικός που έχει ανέβει εκεί τόσες πολλές φορές. Έχω πολλές καλές αναμνήσεις, αλλά και κάποιες περίεργες. Όπως πριν από μερικά χρόνια όταν είχα χειρουργηθεί για κήλη και κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας η τομή μου άνοιξε, αίμα και άλλα υγρά άρχισαν να τρέχουν κι εγώ την έκλεισα με μονωτική ταινία. Μια άλλη φορά, στη μέση της νύχτας, η σκηνή της τουαλέτας μας εκλάπη και ο θόρυβος μας ξύπνησε μόνο για να δούμε μια ολόκληρη τέντα να τρέχει στην κατηφόρα. Δύο χωρικοί την πήραν και έτρεξαν στο σκοτάδι. Ομολογώ ότι τώρα που το σκέφτομαι ήταν εξαιρετικά αστείο θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο, παρότι ήμασταν μείον μία τουαλέτα.

ΣΕ ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Η πεζοπορία έχει αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αν θέλεις νταλ με ρύζι, πρέπει να το ζητήσεις και, συνήθως, ο μάγειρας θα σε κοιτάξει περίεργα σαν να σου λέει «είσαι σίγουρος ότι το θες αυτό;» Πλέον οι μάγειρες προσφέρουν σαλάτες, ζυμαρικά, πίτσα και, ναι, ακόμα και σούσι με γουασάμπι και σάλτσα σόγιας. Αν έχεις τα γενέθλιά σου, μπορεί να πάρεις και σοκολατένια τούρτα. Από την άλλη, με όλες αυτές τις «ανέσεις», οι ορειβάτες και οι πεζοπόροι έχουν γίνει πιο απαιτητικοί και νιώθω ότι δεν υπάρχει πια περιπέτεια. Θυμάμαι τις εποχές που το ντους ήταν κάτι που περίμενες πώς και πώς στο τέλος της αποστολής, τρεις ή και τέσσερις εβδομάδες μετά, ενώ τώρα οι άνθρωποι περιμένουν ότι θα έχουν νερό για μπάνιο και καλό φαγητό κάθε μέρα.


Τρεις ορειβάτες απολαμβάνουν το ηλιοβασίλεμα από τη βόρεια πλευρά του Έβερεστ.


Το καλό είναι ότι σήμερα οι περισσότεροι είναι ευαισθητοποιημένοι σε σχέση με τα σκουπίδια και το πλαστικό, κι έτσι τα μονοπάτια είναι καθαρότερα και τα σκουπίδια είτε καίγονται είτε μεταφέρονται πίσω. Παλαιότερα το φαγητό ετοιμαζόταν σε ανοιχτή φωτιά από ξύλα, τώρα οι μάγειρες χρησιμοποιούν δοχεία γκαζιού. Οι αποστολές πρέπει να πληρώνουν τέλος καθαριότητας και να μεταφέρουν όλα τα σκουπίδια πίσω, οπότε υπάρχει περισσότερη δουλειά για τους αχθοφόρους και τους Σέρπα. Οι αχθοφόροι γενικότερα δουλεύουν υπό καλύτερες συνθήκες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 πέρασα 35 μέρες σε μια διαδρομή στα Ιμαλάια, όπου οι αχθοφόροι κυκλοφορούσαν μέσα στο χιόνι και τον πάγο με σαγιονάρες και φορούσαν ό,τι έβρισκαν για να κρατηθούν ζεστοί. Τώρα εξοπλίζονται με σωστά παπούτσια και ζεστά ρούχα.

Ο καιρός περνάει και η τεχνολογία το έχει κάνει εφικτό να έχουμε ζωντανές ανταποκρίσεις από πεζοπόρους και ορειβάτες, και είμαι απολύτως σίγουρος ότι κάποια εικονική ανάβαση του Έβερεστ θα μπορεί να δει κανείς σύντομα από τον καναπέ του, ποτέ όμως δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει την αληθινή εμπειρία. Πώς μπορεί να μεταφέρει κανείς την αίσθηση που έχεις όταν ξυπνάς στον παγετώνα Κανγκσούνγκ στις τέσσερις το πρωί μετά πολλές ημέρες πεζοπορίας στο βουνό, εξαντλημένος, παγωμένος, υποφέροντας από την ασθένεια του υψομέτρου, και να ανοίγεις τη σκηνή σου για να αντικρίσεις την ανατολή να έχει βάψει όλο το Έβερεστ χρυσό; Αυτό το συναίσθημα της απόλυτης ελευθερίας μέσα στη φύση. Αν το νιώσεις, δεν είσαι ποτέ ο ίδιος άνθρωπος ξανά. Μετά από τόσα χρόνια ταξιδιών και αναβάσεων στα Ιμαλάια και το Καρακοράμ, έχω γίνει μινιμαλιστής, έχω μάθει να δίνω σημασία μόνο στα πραγματικά σημαντικά της ζωής. 

*Ο Βασίλης Κουτσαύτης είναι πιλότος και αρχηγός ορειβατικών αποστολών / arclight-pictures.com

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ