Ένα τεχνολογικό θαύμα έχει αρχίσει να συντελείται στα χρόνια της κρίσης στη Θεσσαλονίκη, καθώς εταιρείες από το εξωτερικό, και κυρίως τη Γερμανία, που ασχολούνται με την πληροφορική και την καινοτομία, προσγειώνονται η μία μετά την άλλη στην πόλη. Με φιλόδοξα σχέδια ανάπτυξης, οι εταιρείες αυτές φέρνουν μαζί τους θέσεις εργασίας, σύγχρονη εργασιακή κουλτούρα και νέες τεχνολογίες, γεννώντας ελπίδες για τη δημιουργία ενός tech hub. To «K» συνάντησε τα διευθυντικά στελέχη πέντε εταιρειών τεχνολογίας που ήρθαν τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, για να μάθει για ποιους λόγους η πόλη έχει γίνει ελκυστικός προορισμός για τέτοιες επενδύσεις.

Γεώργιος Μανώλης / Comquent
Η κρίση δεν επηρέασε το ανθρώπινο δυναμικό


Σύμβουλος επιχειρήσεων στο κομμάτι της διασφάλισης ποιότητας στην ανάπτυξη λογισμικού, ο Γεώργιος Μανώλης ήταν αποφασισμένος να μείνει στη Θεσσαλονίκη. Παρόλο που ταξίδευε συνέχεια για δουλειά στο εξωτερικό, το εισιτήριό του ήταν πάντα μετ’ επιστροφής. Αυτός ήταν και ο όρος συνεργασίας του με τη γερμανική εταιρεία Comquent, η οποία, ψάχνοντας εξειδικευμένο προσωπικό, έστρεψε και αυτή το βλέμμα στη Θεσσαλονίκη. Η απόφαση της ίδρυσης της θυγατρικής πάρθηκε το 2015, εν μέσω δημοψηφίσματος και capital controls. Όπως αναφέρει ο κ. Μανώλης, τον οποίο η εταιρεία τοποθέτησε ως διευθύνοντα σύμβουλο, οι συνάδελφοί του στη Γερμανία αντιλήφθηκαν πως η πολιτική και η οικονομική κρίση στη χώρα δεν επηρέαζε το ανθρώπινο δυναμικό της.

Παραδέχεται με ικανοποίηση πως η κίνηση της εταιρείας στέφθηκε ως σήμερα με επιτυχία, καθώς το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αποτελεί δεξαμενή ικανών επαγγελματιών που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της Comquent. Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία, η ελληνική εταιρεία μεγαλώνει με σχεδόν διπλάσια ταχύτητα απ’ ό,τι η γερμανική και λαμβάνει ολοένα και περισσότερα πρότζεκτ. Το κλειδί της επιτυχίας είναι, όπως αποκαλύπτει, η συνεχής μετεκπαίδευση και οι ανταγωνιστικοί μισθοί, μεταξύ ελληνικού και γερμανικού επιπέδου. «Δεν αρκούν μόνο τα χρήματα. Αν δώσεις προκλήσεις στους συναδέλφους, ανταποκρίνονται. Χρειάζονται μια δουλειά που τους γεμίζει και τους εξελίσσει», σημειώνει ο ίδιος, αναφέροντας, μάλιστα, το παράδειγμα ενός συναδέλφου του που προτίμησε να αφήσει μια θέση στο δημόσιο για να «μετακομίσει» στην Comquent.


Λάζαρος Τσιορακλίδης / Altair
Μια πόλη με έξυπνες ιδέες



«Μια πολυεθνική πρέπει να βλέπει πού υπάρχουν άξιοι άνθρωποι και πώς μπορεί να τους αξιοποιήσει. Έτσι επιβιώνει. Η Θεσσαλονίκη έχει την ικανότητα να παράγει πολλούς ανθρώπους δημιουργικούς, αναλογικά πάντα με τον πληθυσμό της, και αυτό προσπαθούμε να το εκμεταλλευτούμε», αναφέρει ο Λάζαρος Τσιορακλίδης, managing director της Altair στην Ελλάδα και επικεφαλής μέρους του development παγκοσμίως. Με 60 γραφεία σε όλο τον κόσμο, η Altair ασχολείται με την ανάπτυξη λογισμικού σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας (αεροναυπηγική, αυτοκίνηση αλλά και καθημερινά προϊόντα), με πελάτες ονομαστά brands, όπως η Airbus, η Ford, η Porsche, η Opel και η Volkswagen. Ιδρύθηκε στις ΗΠΑ το 1985 από έναν ελληνικής καταγωγής Αμερικανό και ήρθε στη Θεσσαλονίκη το 2012.

Πρώτο κίνητρο για τον ερχομό της εταιρείας στην πόλη ήταν ότι η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον τόπο καταγωγής του διευθυντή της πολυεθνικής, ο οποίος ήθελε να προσφέρει στη γενέτειρά του. Δεύτερο κίνητρο ήταν το ταλέντο. Ο κ. Τσιορακλίδης υποστηρίζει πως από άποψη IT η Θεσσαλονίκη είναι αρκετά μπροστά και ότι σε αυτό μεγάλο ρόλο παίζει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. «Ένα μεγάλο κομμάτι της τεχνολογίας μας δημιουργείται στο ΑΠΘ, το οποίο στους τομείς των μηχανολόγων μηχανικών και των μηχανικών πληροφορικής είναι ένα από τα καλύτερα στην Ευρώπη», δηλώνει.

Εξίσου ενδεικτικό του ταλέντου που υπάρχει, πιστεύει ότι είναι και ο αριθμός των startups που γεννιούνται στη Θεσσαλονίκη. «Όταν βλέπεις πως σε μια πόλη δημιουργούνται 20 startups σε έναν χρόνο, ξέρεις ότι έχεις τουλάχιστον 20 μυαλά με έξυπνες ιδέες». Η εταιρεία υποστηρίζει ήδη τέσσερις startups στη Θεσσαλονίκη, ενώ εξαγόρασε μία στην Αθήνα, δημιουργώντας έδρα και στην πρωτεύουσα. Ο κ. Τσιορακλίδης σπούδασε και ο ίδιος στην πόλη, η οποία συνδυάζει τους αργούς ρυθμούς ζωής που αγαπούν οι επιστήμονες με τις ευκαιρίες που δίνει μια μεγαλούπολη. Αναφέρεται όμως και στις δυσκολίες που προέκυψαν, όπως το φορολογικό καθεστώς και η έλλειψη κινήτρων για την ανάπτυξη startups.


Δημήτρης Κουτσόπουλος / Deloitte Alexander Competence Center
Καλά πανεπιστήμια, δυναμικός κόσμος



Σε έναν μινιμαλιστικά διακοσμημένο χώρο οι δεκάδες εργαζόμενοι του νέου κέντρου τεχνολογίας της εταιρείας Deloitte στη Θεσσαλονίκη δουλεύουν αφοσιωμένοι μπροστά στα λάπτοπ τους, συζητούν σε ομάδες ή παρακολουθούν σεμινάρια στην εξειδικευμένη αίθουσα. «Είναι καταπληκτική αυτή η ζωντάνια που βλέπω στα παιδιά αυτά, αυτό το πάθος για δημιουργία, να βρουν κάτι και να ξεκινήσουν να χτίζουν πάνω σε αυτό», αναφέρει ενθουσιασμένος ο Δημήτρης Κουτσόπουλος, CEO της Deloitte Ελλάδος, η οποία τον Δεκέμβριο του 2017 αποφάσισε να δημιουργήσει ένα πρότυπο κέντρο καινοτομίας, δημιουργικής σκέψης και παραγωγικότητας στη Θεσσαλονίκη, το οποίο θα απασχολεί νέους απόφοιτους, διαφόρων ειδικοτήτων. Σήμερα, τα νούμερα των προσλήψεων είναι εντυπωσιακά. Στο Deloitte Alexander Competence Center εργάζονται ήδη περισσότερα από 160 άτομα, ενώ ο στόχος είναι τον επόμενο χρόνο το δυναμικό να φτάσει τους 250. Το κέντρο όχι μόνο κράτησε νέους αποφοίτους στην πόλη αλλά έφερε πίσω στη χώρα και καταξιωμένους Έλληνες από το εξωτερικό.

Απαντώντας στο γιατί επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη για να στεγάσει το νέο αυτό κέντρο, ο κ. Κουτσόπουλος δήλωσε ότι είναι μια πόλη που αγαπά και η οποία επηρεάστηκε σημαντικά από την οικονομική κρίση. Θέλοντας να αναστρέψει το κλίμα απαισιοδοξίας που επικρατούσε, ανέλαβε την πρωτοβουλία για το κέντρο, το οποίο θα εκμεταλλεύεται τα δυνατά χαρτιά της πόλης: τα πολύ καλά πανεπιστήμια, τον νέο και δυναμικό κόσμο και την ατμόσφαιρά της. Όπως σημειώνει, το πανεπιστήμιο στηρίζει την προσπάθεια της εταιρείας, ενώ η πόλη «έχει μια καταπληκτική ενέργεια, την οποία μπορεί να αισθανθεί όποιος έχει ζήσει εδώ».

«Το κέντρο φέρνει στη Θεσσαλονίκη ανάπτυξη, εκπαίδευση και ζωντάνια», αναφέρει ο κ. Κουτσόπουλος, εκφράζοντας την πεποίθησή του ότι όσοι εργάζονται εκεί θα έχουν σημαντικές προοπτικές εξέλιξης τόσο εντός Deloitte όσο και στην υπόλοιπη αγορά.


Αναστάσιος Πατρίκης / PRODYNΑ
Καλό περιβάλλον και προοπτικές ανάπτυξης



Η PRODYNΑ στεγάζεται στο ίδιο κτίριο με άλλες εξωστρεφείς και δυναμικές ελληνικές εταιρείες πληροφορικής, σε έναν μοντέρνο χώρο με φωτεινά χρώματα. Η γερμανική εταιρεία που δημιουργεί λογισμικά προγράμματα προσγειώθηκε στην Ελλάδα στο τέλος του 2017. Απορρίπτοντας γρήγορα την Αθήνα, λόγω του ανταγωνισμού που υπήρχε, στράφηκε στη Θεσσαλονίκη, χάρη στο «περιβάλλον» και τις προοπτικές ανάπτυξης. «Όταν ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, έγινε μια ανάλυση για το προσωπικό που υπάρχει στη Βόρεια Ελλάδα αλλά και την υπάρχουσα κατάσταση δομών, όπως το πανεπιστήμιο και τα κολέγια. Η ανάλυση μας έδωσε την εικόνα για το πόσα εξειδικευμένα άτομα είναι διαθέσιμα και πόσες ανταγωνιστικές εταιρείες υπάρχουν», αναφέρει ο Αναστάσιος Πατρίκης, εκ των επικεφαλής του παραρτήματος στην Ελλάδα, την ώρα που μας υποδέχεται στο ευρύχωρο meeting room.

Η εταιρεία διαθέτει 20 άτομα προσωπικό, τα οποία, σύμφωνα με το υπάρχον σχέδιο, θα γίνουν σύντομα 40 με 50. Στόχος, όπως αποκαλύπτει ο κ. Πατρίκης, είναι το προσωπικό να αυξάνεται προσλαμβάνοντας περίπου δέκα προγραμματιστές τον χρόνο. Το κίνητρο ενός επαγγελματία για να έρθει στην PRODYNΑ είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, οι ενδιαφέρουσες τεχνολογίες που χρησιμοποιεί η εταιρεία αλλά και η δυνατότητα που δίνει για απασχόληση σε διεθνή πρότζεκτ σε χώρες όπως η Γερμανία και η Βρετανία.


Στέλιος Γκίκας / Noris
Οικογενειακή πόλη με χαμηλά λειτουργικά κόστη



Με πελάτες όπως η Lufthansa και η Adidas, η γερμανική εταιρεία πληροφορικής Noris αποφάσισε να δημιουργήσει τη θυγατρική της εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή μια πρόταση του τότε υπεύθυνου του τμήματος ανάπτυξης λογισμικού, Στέλιου Γκίκα, παιδί Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. «Ψάχναμε να προσλάβουμε άτομα και ανέφερα ότι στην Ελλάδα υπάρχουν έξυπνα και εξειδικευμένα άτομα τα οποία όμως δεν βρίσκουν δουλειά, το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με τη Γερμανία. Έπειτα από μερικές εβδομάδες αναρτήσαμε τις πρώτες αγγελίες», αναφέρει ο κ. Γκίκας. Τα σχέδια για τη δημιουργία της θυγατρικής ξεκίνησαν το 2016, και η Noris Ελλάδος άρχισε επίσημα να λειτουργεί τον Ιανουάριο του 2017. Ως διευθυντής της θυγατρικής, ο κ. Γκίκας παραδέχεται ότι η Θεσσαλονίκη ήταν προσωπική του επιλογή, καθώς είχε ζήσει για ένα διάστημα στην πόλη και γνώριζε τα πλεονεκτήματά της. «Είναι μια μικρή, οικογενειακή πόλη με καλό ανθρώπινο δυναμικό και χαμηλά λειτουργικά κόστη».

Η εταιρεία ξεκίνησε με έξι άτομα, που αυξήθηκαν στα 20, και ο στόχος είναι μέχρι το τέλος της χρονιάς να φτάσουν τα 30. Όπως περιγράφει ο κ. Γκίκας, παρότι η Noris Ελλάδος είναι 100% θυγατρική της γερμανικής, τον πρώτο χρόνο υπήρχε δυσπιστία για το αν θα «βγει η δουλειά όπως πρέπει». «Όταν είδαν ότι οι Έλληνες τα καταφέρνουν, και μάλιστα πολύ καλύτερα, άρχισαν να μας δίνουν περισσότερα πρότζεκτ. Αυτός ήταν ο λόγος που προχωρήσαμε και στην αύξηση του προσωπικού». Η Noris μπορεί να μην προσφέρει μισθούς Γερμανίας, αλλά σίγουρα εξασφαλίζει μεγαλύτερους μισθούς από αυτούς της εγχώριας αγοράς, ενώ παράλληλα προσφέρει ποιότητα εργασίας. Το ωράριο στην εταιρεία είναι αυστηρά 8 ώρες, ενώ προσφέρονται δυνατότητες εκπαίδευσης και εξειδίκευσης.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ