ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Η ζωή της Νάντια Τας


MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Φωτογραφίες: Θάλεια Γαλανοπούλου

Η διεθνώς αναγνωρισμένη Ελληνίδα σκηνοθέτιδα θυμάται πώς σε ηλικία 8 ετών η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, περιγράφει τα πρώτα της βήματα, το πέρασμα από το Χόλιγουντ και τον θαυμασμό για την 92χρονη μητέρα της.

Μετρά τέσσερις δεκαετίες επιτυχημένης καριέρας, αρχικά μπροστά και κυρίως πίσω από την κάμερα. Οι ταινίες, οι σειρές και οι θεατρικές παραστάσεις που έχει σκηνοθετήσει έχουν αποσπάσει δεκάδες υποψηφιότητες, οκτώ βραβεία της Αυστραλιανής Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης και πολλές ακόμη διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ, ανάμεσά τους αυτό των Καννών, του Παρισιού και του Μιλάνου, έχουν εκθειαστεί από τους κριτικούς και έχουν αγαπηθεί από πολυπληθές κοινό. Η Νάντια Τας (Τασοπούλου) θεωρείται μία από τις σημαντικότερες σκηνοθέτιδες και παραγωγούς της Αυστραλίας, και έχει στο ενεργητικό της συνεργασίες με τα μεγαλύτερα στούντιο του Χόλιγουντ (20th Century Fox, Warner Brothers, Disney, Universal Studios), το BBC και ηθοποιούς όπως οι Χάρβεϊ Καϊτέλ, Ντάνι Γκλόβερ, Ρέιτσελ Γκρίφιθς, Μάρτιν Σορτ, Κόλιν Φριλς, Μία Φάροου, Τόνι Κολέτ, Τζούντι Ντέιβις, Μπεν Μέντελσον.

Γεννήθηκε στο χωριό Λόφοι της Φλώρινας, όπου και έζησε έως τα 8 της χρόνια, όταν οι γονείς της ανακοίνωσαν στην ίδια και στις δύο αδερφές της ότι θα μετανάστευαν στη Μελβούρνη. «Τους ρώτησα “μα γιατί, αφού εδώ είμαστε τόσο χαρούμενοι;”» θυμάται. Δεν υπήρχε επιλογή. Λίγους μήνες αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο νέο της σπιτικό, με πολλή αγωνία αλλά και ελπίδες για ένα όμορφο μέλλον.



Καθόμαστε σε ένα πολύβουο καφέ επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, με τους πλανόδιους μουσικούς να παίζουν το θέμα του «Game of Thrones», τους τουρίστες να πλημμυρίζουν τους δρόμους, τους μικροπωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους. «Είναι τόσο όμορφη η Ελλάδα», μου λέει δείχνοντας τριγύρω, «κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ αισθάνομαι υπέροχα». Έρχεται συχνά στην Αθήνα, καθώς το μητρικό της σπίτι βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά από το σημείο όπου έχουμε συναντηθεί, και η 92χρονη κυρία Κατερίνα, η αειθαλής μαμά της, δεν παραλείπει να επισκέπτεται την Ελλάδα τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, συνήθως συνοδευόμενη από τη διάσημη κόρη της. Αγαπά πολύ τη μητέρα της, η οποία χρειάστηκε να παίξει τον ρόλο και των δυο γονιών, καθώς ο πατέρας της πέθανε μόλις δύο χρόνια μετά τη μετανάστευσή τους στη νέα πατρίδα. «Δούλευε και μεγάλωνε τρία κορίτσια, μας βοηθούσε να βρούμε τον δρόμο μας στη ζωή. Θυμάμαι ότι στις παιδικές μου ζωγραφιές την απεικόνιζα τεράστια. Είναι πολύ άξιος άνθρωπος, στα 92 της είναι πιο ξύπνια από εμένα. Αυτός είναι και ο λόγος που πάντα έβλεπα τις γυναίκες ως ικανές και δυνατές. Ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου κατώτερο από έναν άνδρα».

Εξίσου σημαντικός οδηγός στη ζωή και στη δουλειά της ήταν η πεποίθηση που της ενστάλαξαν οι γονείς της ότι «τα σύνορα τα δημιουργούμε μόνοι μας και, αν ακολουθήσει κανείς τις κοινωνικές προσταγές, θέτει μόνος του περιορισμούς στον εαυτό του. Πάντα λοιπόν έλεγα “θα προσπαθήσω”, χωρίς έπαρση, αλλά με διάθεση να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου».

ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΣΙΝΕΜΑ

Παρότι από μικρή αγαπούσε τους θεατρικούς διαλόγους και συμμετείχε με θέρμη στις σχολικές παραστάσεις, η πρώτη της επιλογή σπουδών υπήρξε η Νομική, γιατί τη συνάρπαζε η ιδέα της δικαιοσύνης. «Σύντομα κατάλαβα ότι η Νομική δεν είναι συνώνυμη της δικαιοσύνης και αποφάσισα να την εγκαταλείψω», λέει. Συνέχισε με σπουδές στην παιδική ψυχολογία, τελικά όμως αποφάσισε να αφιερωθεί στην υποκριτική και τη σκηνοθεσία. Ήδη από τα εφηβικά της χρόνια συμμετείχε σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου στη Μελβούρνη, και στα 18 της έκανε την πρώτη της επαγγελματική δουλειά, σκηνοθετώντας τον «Ματωμένο γάμο» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Το θυμάται με θυμηδία: «Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν, ήθελα ίσως να καταλάβω αν μπορώ να τα καταφέρω ή όχι. Το να είσαι 18 και να κάνεις “Ματωμένο γάμο” είναι μεγάλο θράσος, δεν έπρεπε». Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο θέατρο και στον κινηματογράφο στη Μελβούρνη και στη Νέα Υόρκη, και επέστρεψε στη δεύτερη πατρίδα της, αποφασισμένη να ασχοληθεί με τη μεγάλη οθόνη. «Ο λόγος που ήθελα να κάνω κινηματογράφο ήταν πως έβλεπα ότι δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι τη δυνατότητα να πληρώσουν το εισιτήριο του θεάτρου, κάτι που δεν έχει αλλάξει ως σήμερα. Κατάλαβα λοιπόν ότι, αν θέλεις να “συνομιλήσεις” με το κοινό, πρέπει να βρεις το μέσο που μπορούν όλοι να παρακολουθήσουν». Βρήκε λοιπόν εκεί τη δικαιοσύνη που πάντα έψαχνε, κάνοντας τέχνη για το ευρύ κοινό, επιλέγοντας σενάρια και ιστορίες που τα διατρέχει η έννοια του δικαίου, και στα οποία μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους πολλές κατηγορίες ανθρώπων.

Η πρώτη της κινηματογραφική ταινία, «Μάλκολμ», σε ηλικία 26 ετών, υπήρξε διεθνής επιτυχία και θεωρείται μία κλασική αυστραλιανή κωμωδία. Υπήρξε επίσης το εισιτήριο της Νάντια Τας για το Χόλιγουντ, όπου έζησε για μία πενταετία. Επέστρεψε στη Μελβούρνη όταν διαπίστωσε ότι τα δύο αγόρια της, ο Χρήστος και ο Γιάννης, μεγάλωναν σε έναν περίγυρο που επηρέαζε αρνητικά τον χαρακτήρα τους. Ως αληθινή Ελληνίδα μάνα είπε στον σύζυγό της: «Ντέιβιντ, φεύγουμε, γυρίζουμε πίσω». Η οικογένεια πέταξε για Αυστραλία, διατηρώντας, παρ’ όλα αυτά, ως σήμερα τους δεσμούς της με την αμερικανική βιομηχανία του θεάματος.

Ανάμεσα στις πιο επιτυχημένες ταινίες της συγκαταλέγονται οι «Έιμι» (με 23 διεθνή βραβεία), «Matching Jack», «Fatal Honeymoon», ενώ, όταν αφήνει την κάμερα, κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη ανεβάζοντας κλασικά αλλά και σύγχρονα θεατρικά έργα. Μεταξύ των σταθερών της συνεργατών είναι και ο επί σχεδόν 30 χρόνια σύζυγός της Ντέιβιντ Πάρκερ, συγγραφέας και διευθυντής φωτογραφίας. Τα επόμενα επαγγελματικά της βήματα ελπίζει να τη φέρουν στην Ελλάδα, καθώς έχει στα χέρια της δύο σενάρια στα οποία η πλοκή διαδραματίζεται στη Λέσβο και στην Ύδρα. Δεν επαναπαύεται, τον τελευταίο χρόνο υπέγραψε πέντε θεατρικά έργα, τρία στις ΗΠΑ και δύο στο Σίδνεϊ. «Ο ύπνος δεν μου αρέσει καθόλου», λέει γελώντας, «μου αρέσει να δημιουργώ. Ξυπνώ το πρωί και λέω “τι άλλο να κάνω, πού πάμε τώρα;”» 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ