Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάνης Βαρουφάκης: Λούστρος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ηταν Κυριακή 28 Ιουνίου του 2015. To συμβούλιο για την ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος συνεδρίαζε προκειμένου να αποφασίσει εάν θα άνοιγαν το επόμενο πρωί οι τράπεζες. Το δίλημμα, όμως, είχε ήδη απαντηθεί από την πραγματικότητα.

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση ανακοίνωσε την απόφασή της να πάει σε δημοψήφισμα, το βράδυ εκείνης της Παρασκευής, και μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες, είχαν αναληφθεί 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα ΑΤΜ είχαν αδειάσει. Ηταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι, αν άνοιγαν κανονικά, θα άδειαζαν και οι τράπεζες.

Οσοι μετείχαν σε εκείνη τη σύσκεψη δεν μπορεί παρά να θυμούνται ότι ο τότε υπουργός Οικονομικών, αφύσικα ατάραχος για όσα είχαν συμβεί, δεν ήθελε να προσυπογράψει την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων. Προτιμούσε τι; Προτιμούσε το χάος.

Χθες, στη Βουλή, ο Γιάνης Βαρουφάκης εμφανίστηκε όχι ακριβώς αμετανόητος. Εμφανίστηκε σαν ανίδεος, οπλισμένος με τη βεβαιότητα ότι απευθύνεται σε ανίδεους. Του έφταιγε η οικονομική ασφυξία που τάχα επιβλήθηκε έξωθεν, προκειμένου να στραγγαλίσει την ηρωική του διαπραγμάτευση. «Κάθε φορά που μιλάτε για το 2015», είπε, «εμείς χαιρόμαστε».

Η χθεσινή απόφαση για άρση των capital controls είχε αυτό το ψυχολογικό αποτέλεσμα – την απαλλαγή από την εποχή Βαρουφάκη· από την Ελλάδα των 60 ευρώ ημερησίως και την εξουσία, της οποίας ο ορίζοντας σταματούσε στη χαύνη βεβαιότητα ότι «οι ψηφοφόροι μας δεν έχουν καταθέσεις στις τράπεζες».

Το ουσιαστικό αποτέλεσμα της άρσης είναι ότι η Ελλάδα παύει να αποτελεί τη λοιμώδη εξαίρεση στην καραντίνα της Ευρωζώνης. Παίρνει οριστικά εξιτήριο και επανεντάσσεται σαν κανονική χώρα στο διεθνές σύστημα.

Δεν ήταν η απόφαση αυτή προεξοφλημένη; Δεν έχει δίκιο ο Ευκλείδης Τσακαλώτος όταν λέει ότι η άρση προέκυψε σχεδόν αυτομάτως, «κατόπιν ενεργειών» του;

Ο Τσακαλώτος έδωσε μόνος του μιαν ασυναίσθητα αυτοενοχοποιητική απάντηση. Είπε ότι η άρση δεν επετεύχθη επί των ημερών του εξαιτίας των τραπεζών, που ήταν «διστακτικές λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας των εκλογών».

Οντως. Πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, ο κοινός τόπος μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και των τραπεζιτών ήταν ότι οι εναπομείναντες έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων έπρεπε να διατηρηθούν.

Τι τους φόβιζε; Τους φόβιζε το ενδεχόμενο να μην προκύψει από την κάλπη αυτοδύναμη κυβέρνηση, γεγονός που θα σήμαινε πιθανότατα επαναληπτικές εκλογές με τη συριζαϊκή, απλή αναλογική. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να υποθέσει κάποιος τι θα σήμαινε για την οικονομία και τις τράπεζες μια τέτοια αναζωπύρωση του «πολιτικού κινδύνου».

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ είχε έτσι εμπνεύσει τη «διστακτικότητα» των τραπεζών. Με τη νάρκη του εκλογικού του νόμου, είχε υπονομεύσει αυτό που υποτίθεται ότι προετοίμαζε, καθιστώντας ριψοκίνδυνη την απόφαση που τώρα παρουσιάζει ως προδιαγεγραμμένη.

Το πόσο μακρινοί είναι πλέον αυτοί οι κίνδυνοι έχει κανείς την ευκαιρία να το νιώσει κάθε φορά που εμφανίζεται ο Βαρουφάκης. Από την αύρα του πρωταγωνιστή της περιπέτειας του 2015 έχει απομείνει θαμπός μόνο ο θεατρικός λούστρος. Από τη μαύρη ιλαροτραγωδία έμειναν τα φτερά της ιλαρότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ