Σταύρος Παπαντωνίου ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η «γλώσσα» της διπλωματίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολύ σπάνια στην Ελλάδα χαιρόμαστε ή λυπόμαστε για τους σωστούς λόγους. Είναι και αυτό μια παθογένεια της συλλογικής –αν υπάρχει– ταυτότητας και της ιδιορρυθμίας μας ως λαού. Η λανθασμένη κατεύθυνση της κουβέντας και το γνωστό μεσογειακό πάθος βγήκαν στην επιφάνεια και με το πρόσφατο ταξίδι του κ. Μητσοτάκη σε Παρίσι και Βερολίνο. Η εικόνα –ο ήχος πιο συγκεκριμένα– του πρωθυπουργού να μιλάει άπταιστα γαλλικά και γερμανικά σε Παρίσι και Βερολίνο, αντίστοιχα, έγινε αντικείμενο σχολιασμού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πάντα με πάθος.

Κάποιοι βρήκαν και σε αυτό μια ευκαιρία κριτικής. Αλλοι –οι περισσότεροι– ενθουσιάστηκαν. Για λάθος όμως λόγους.

Τα πρώτα ταξίδια του πρωθυπουργού στο εξωτερικό είχαν στην κορυφή της ατζέντας το στοιχείο των δημοσίων σχέσεων, της πρώτης θεσμικής «γνωριμίας» και της εξωστρέφειας. Η επιλογή του κ. Μητσοτάκη να μιλήσει στη γλώσσα της χώρας που επισκεπτόταν ήταν μια εξαιρετική κίνηση διπλωματίας και ευγένειας απέναντι στους οικοδεσπότες, που προσδίδει κύρος και αποτελεί ένα ωραίο περιτύλιγμα για το «κυρίως μενού», που είναι οι συζητήσεις με τους ομολόγους του. Είναι μια τακτική που έχουν ακολουθήσει και άλλοι ηγέτες, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν με την ομιλία του στα ελληνικά στην Πνύκα. Ο κ. Μητσοτάκης πέτυχε τον σκοπό του. Το χαμόγελο της, πάντα σοβαρής, Μέρκελ, όταν άκουσε τα γερμανικά, επιβεβαιώνει πως ο Ελληνας πρωθυπουργός τράβηξε την προσοχή της καγκελαρίου, επιλέγοντας να μιλήσει στη γλώσσα της.

Συνεπώς η γαλλική και γερμανική «παρέμβαση» Μητσοτάκη δεν ήταν κάποια επίδειξη γλωσσομάθειας, αλλά ένα επιπλέον κομματάκι του παζλ των ταξιδιών του που είχαν έναν βασικό στόχο: να λειτουργήσει υπέρ της χώρας.

Οι σκιαμαχίες που ακολούθησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μεταξύ εκείνων που αποθέωναν τον κ. Μητσοτάκη και εκείνων που τον κατηγορούσαν για «επίδειξη», αποδεικνύουν για ακόμη μία φορά τους παραμορφωτικούς φακούς με τους οποίους βλέπουμε τα πάντα. Οι αντιπαραθέσεις για το πόσο καλά μιλάει ο πρωθυπουργός ξένες γλώσσες σε σχέση με τον προκάτοχό του έχουν αξία μόνο αν έχουν ως επίκεντρο το κατά πόσον αυτό λειτουργεί υπέρ της χώρας και όχι ως διαγωνισμός σε σχολική αίθουσα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσημο είναι θετικό. Μέχρι εκεί. Τίποτα λιγότερο, αλλά και τίποτα περισσότερο. Οτιδήποτε διαφορετικό πλην αυτής της μέσης αποτίμησης είναι ιστορικό κατάλοιπο του 19ου αιώνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ