Γιάννης Παλαιολόγος ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο αφανής χρηματοδότης της αντεπανάστασης

ΚΟΣΜΟΣ

Ο Ντέιβιντ Κόουκ (1940-2019) ήταν ο ενδέκατος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με πολυσχιδή πολιτική αλλά και φιλανθρωπική δράση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Οταν έγινε αναφορά στον θάνατο του Ντέιβιντ Κόουκ σε προεκλογική εκδήλωση του Μπέρνι Σάντερς, πολλοί στο κοινό χειροκρότησαν (ο Σάντερς διαχώρισε τη θέση του). Η αντίδραση των υποστηρικτών του γερουσιαστή από το Βερμόντ είναι ενδεικτική του συμβολισμού του ονόματος: ο Ντέιβιντ Κόουκ δεν ήταν ακόμη ένας βαθύπλουτος επιχειρηματίας. Μαζί με τον μεγάλο αδελφό του Τσαρλς αποτέλεσε πανίσχυρο δίδυμο στο παρασκήνιο της αμερικανικής πολιτικής, χρηματοδοτώντας πλουσιοπάροχα οτιδήποτε και οποιονδήποτε υποστήριζε την ακραία νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία τους.

Η Τζέιν Μάγερ, βραβευμένη δημοσιογράφος του περιοδικού New Yorker, έγραφε το 2010 ότι οι Κόουκ «πιστεύουν σε δραστική μείωση της φορολογίας φυσικών προσώπων και εταιρειών, μηδαμινές κοινωνικές υπηρεσίες για όσους βρίσκονται σε ανάγκη και πολύ λιγότερη εποπτεία των επιχειρήσεων  – ειδικά περιβαλλοντικές ρυθμίσεις. Αυτές οι απόψεις συμπλέουν με τα εταιρικά συμφέροντα των αδελφών».

Σύμφωνα με το Forbes, o Ντέιβιντ Κόουκ, με περιουσία 50,5 δισ. δολάρια, ήταν ο ενδέκατος πλουσιότερος άνθρωπος στον πλανήτη (ισοβαθμώντας με τον αδελφό του). Η εταιρεία τους, η Koch Industries, με έδρα την Ουίτσιτα του Κάνσας ανήκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στον Τσαρλς και τον Ντέιβιντ. Η εταιρεία δραστηριοποιείται κυρίως στη διύλιση πετρελαίου και στη χημική βιομηχανία. Η ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών περιορισμών συνέβαλε στην κερδοφορία της, αναδεικνύοντάς τη στη δεύτερη μεγαλύτερη μη εισηγμένη εταιρεία στον κόσμο. Ο Ντέιβιντ Κόουκ όμως δεν ξόδευε χρήματα μόνο για την προώθηση για αναρχοκαπιταλιστικής του ιδεολογίας: υπολογίζεται ότι δώρισε στη ζωή του 1,3 δισ. δολάρια, μεταξύ των οποίων 100 εκατ. για την ανακαίνιση του κτιρίου του πολιτειακού θεάτρου της Νέας Υόρκης στο Lincoln Center και 20 εκατ. στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της πόλης, η πτέρυγα με τους δεινοσαύρους του οποίου έχει πλέον το όνομά του. Ηταν επίσης μεγάλος χορηγός του φημισμένου κέντρου Memorial Sloan Kettering για τoν καρκίνο και του Metropolitan Museum of Art. Ο ίδιος απέδιδε τη στροφή του στη φιλανθρωπία στο αεροπορικό δυστύχημα που παραλίγο να του αφαιρέσει τη ζωή το 1991, όταν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε συγκρούστηκε με ένα άλλο αεροσκάφος στο διεθνές αεροδρόμιο του Λος Αντζελες, οδηγώντας στον θάνατο 34 ανθρώπους.

Ο Κόουκ γεννήθηκε στις 3 Μαΐου του 1940 στη Ουίτσιτα. Φοίτησε στο δημόσιο σχολείο και στη συνέχεια στη φημισμένη ακαδημία Deerfield στη Μασαχουσέτη. Σπούδασε χημικός μηχανικός στο MIT, όπως δύο από τους αδελφούς και ο πατέρας του Φρεντ Κόουκ. Ο Φρεντ ήταν φανατικός αντικομμουνιστής και αντικρατιστής, ιδρυτικό μέλος του ακροδεξιού John Birch Society, ο οποίος είχε κατασκευάσει διυλιστήρια στη Βρετανία, στην ΕΣΣΔ –η εμπειρία των διώξεων των συναδέλφων του από τον Στάλιν ήταν η πηγή του μίσους τους για τον κομμουνισμό– και στη ναζιστική Γερμανία. Ηταν άτεγκτος πατέρας, που εξωθούσε τα παιδιά του να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Οταν ο Φρεντ Κόουκ πέθανε, το 1967, ο Τσαρλς ανέλαβε τα ηνία. Ο Ντέιβιντ εισήλθε στη μετονομασμένη Koch Industries το 1970, ανοίγοντας το γραφείο της Νέας Υόρκης, και το 1981 έγινε επισήμως το νούμερο δύο του ομίλου. Ενα χρόνο νωρίτερα είχε ξεκινήσει σκληρή δικαστική διαμάχη με τα δύο άλλα αδέλφια τους, που διεκδικούσαν τον έλεγχο της Koch Industries (θα διαρκούσε, με διακοπές, έως το 1999, καταλήγοντας σε δικαίωση του Τσαρλς και του Ντέιβιντ).

Την ίδια χρονιά που ξεκίνησε η δικαστική διαμάχη, το 1980, ο Ντέιβιντ έβαλε υποψηφιότητα για την αντιπροεδρία με το Ελευθεριακό Κόμμα (Libertarian Party). Το κόμμα του έλαβε μόνο 1,1% στις προεδρικές εκλογές της χρονιάς εκείνης – γεγονός, όπως γράφει η Τζέιν Μάγερ του New Yorker, που έπεισε τα δύο αδέλφια ότι ο καλύτερος τρόπος να επηρεάσουν την κατεύθυνση των πραγμάτων ήταν ως αφανείς πλην όμως εξαιρετικά γενναιόδωροι χρηματοδότες.

Τις επόμενες δεκαετίες, οι Κόουκ δαπάνησαν τεράστια ποσά –είναι άγνωστο το ακριβές ύψος– σε πολιτικές εκστρατείες, οργανώσεις και δεξαμενές σκέψεις στην υπηρεσία της ιδεολογίας τους. Οπως αναφέρει η Μάγερ, η εταιρεία τους είχε κατονομαστεί ως μία από τις δέκα πιο ρυπογόνες των ΗΠΑ, σύμφωνα με το Political Economy Research Institute του Αμχερστ, ενώ η Greenpeace, σε έκθεσή της, χαρακτήριζε την Koch Industries «κεφαλή της άρνησης της κλιματικής αλλαγής». Ο εσωστρεφής Τσαρλς, που έμεινε στην Ουίτσιτα, ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της επιχείρησης· ο πιο κοσμοπολίτης Ντέιβιντ έγινε γνωστός στη Νέα Υόρκη για τα πολυτελή του πάρτι. 

Το Tea Party και ο Τραμπ 

Ισως ο μεγαλύτερος θρίαμβος των δύο αδελφών ήλθε το 2010, με την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Ρεπουμπλικανούς χάρη στον δυναμισμό ενός νέου κινήματος, του Tea Party. Οι Κόουκ επένδυσαν ποικιλοτρόπως στο κίνημα, για το οποίο τα μέτρα της κυβέρνησης Ομπάμα σχετικά με την αποτροπή μιας νέας Μεγάλης Υφεσης ήταν συγκαλυμμένη προσπάθεια σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Ηταν η χρονιά που το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφαση Citizens United τον Ιανουάριο, έκρινε ότι οι «ανεξάρτητες» προεκλογικές δαπάνες (που δεν συντονίζονται με συγκεκριμένο υποψήφιο) υπάγονται στην Πρώτη Τροπολογία και άρα δεν μπορούν να περιοριστούν.

Η νέα ρεπουμπλικανική πλειοψηφία ήταν πιο κοντά από κοντά στο ιδεολογικό ιδεώδες των δισεκατομμυριούχων από τη Ουίτσιτα. Στις ημέρες του Ντόναλντ Τραμπ, τα πράγματα άλλαξαν. Ο Ντέιβιντ ήταν παρών στα επινίκια του Τραμπ το βράδυ των εκλογών και τον συνάντησε κατά την περίοδο πριν ορκιστεί στο θέρετρο του τελευταίου, στο Μαρ-α-Λάγκο. Αλλά τα αδέλφια έβλεπαν με αυξανόμενη δυσφορία τη στροφή της νέας κυβέρνησης στον προστατευτισμό και τη σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό – οδηγώντας τελικά σε ανοικτή σύγκρουση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου. Εχοντας αφιερώσει πολύ χρόνο και χρήμα στην προσπάθεια να μετατρέψει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε όχημα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας του, στο τέλος της ο Ντέιβιντ Κόουκ το έβλεπε να μετατρέπεται σε κάτι αγνώριστο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ