ΘΕΑΤΡΟ

Σοφοκλίζ, Περικλίζ και... Τζον Κλιζ

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«Κάποιοι από τους καλύτερους ανθρώπους που γνωρίζω μπορούν να γελάνε με τον εαυτό τους και αυτό είναι που μου αρέσει σε εκείνους. Δεν νομίζω ότι θα το έκαναν αυτό εάν τους πλήγωνε», λέει ο Τζον Κλιζ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ζωή είναι μια τραγωδία και ότι όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η ζωή είναι μια κωμωδία. Ανήκω στη δεύτερη ομάδα», μου λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο Τζον Κλιζ.

Η ανυπαρξία και η μάλλον κωμική της πλευρά φαίνεται πως είναι για τον κορυφαίο κωμικό ηθοποιό και εμβληματική φιγούρα των Monty Python ένα ζωντανό –όσο γίνεται– πεδίο δράσης. Αν θυμηθούμε τη στιχομυθία στο σκετς του νεκρού γαλάζιου παπαγάλου (The Dead Parrot) ή τον μνημειώδη (και ξεκαρδιστικό) επικήδειο που εκφώνησε στην κηδεία του φίλου και συνεργάτη του Γκράχαμ Τσάπμαν, ο Τζον Κλιζ, στο κατώφλι των 80 πια, μοιάζει να κινείται με άνεση μεταξύ ζωής και θανάτου. «Πάντα όμως είχα μια καθολική αίσθηση του χιούμορ και δεν εννοώ ρωμαιοκαθολική. Εννοώ μεγάλου εύρους. Μερικές φορές απολάμβανα το διακριτικό χιούμορ και άλλες φορές το slapstick. Μου αρέσουν αυτά και οτιδήποτε άλλο υπάρχει ενδιάμεσα, αλλά τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι διασκεδάζω περισσότερο από αυτό που αποκαλείται μαύρο χιούμορ, το οποίο έχει να κάνει με πράγματα που κάνουν τους ανθρώπους να νιώθουν λίγο άβολα, όπως ο θάνατος», μας λέει.

Και τι είναι κωμωδία για τον άνθρωπο που δημιούργησε το Ministry of Silly Walks; Κατά τον Γάλλο φιλόσοφο Ανρί Μπεργκσόν, σημειώνει, το γέλιο είναι ένα κοινωνικό ρήγμα στην αυτοματοποιημένη συμπεριφορά, το οποίο σημαίνει «ότι όταν οι άνθρωποι στρέφονται σε μια αυτοματοποιημένη συμπεριφορά γίνονται ουσιαστικά γελοίοι και γελάμε μαζί τους». Οι Βρετανοί, μας λέει, έχουν ανεπτυγμένη την αίσθηση της ειρωνείας, κάτι που έχει να κάνει με τη διαχείριση του συναισθήματος. «Δεν νιώθουν άνετα με το συναίσθημα και προτιμούν να το αντιμετωπίζουν με έμμεσο τρόπο μέσω της ειρωνείας».

Η πολιτική ορθότητα θα μπορούσε να είναι και «πηγή» χιούμορ, σημειώνει ο συνομιλητής μας, διότι στηρίζεται σε μια καλή ιδέα, όμως όσοι δεν διαθέτουν χιούμορ την «τραβάνε στα άκρα» και δεν αντιλαμβάνονται τη φιλοσοφική φύση του χιούμορ. Ποια είναι αυτή; «Οτι το χιούμορ έχει πάντα ένα στοιχείο κριτικής, ότι είναι σκληρό μόνον αν γίνεται με σκληρό τρόπο. Τις περισσότερες φορές κάνουμε χιούμορ με τους φίλους και την οικογένειά μας, είναι αστείο, ήπιο αλλά και πειραχτικό, το οποίο αν το παρατηρήσουμε έχει μια κριτική αλλά όχι χωρίς στοργή. Αυτός ο συνδυασμός στοργής και πειράγματος πολλές φορές φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά».

Η «δυσκοίλια θεία»

«Μπορεί όμως το χιούμορ να γίνει προσβλητικό;», τον ρωτάμε. «Πρέπει να γίνει κατανοητό, και πολλές φορές το λησμονούμε, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν όλοι την ίδια αίσθηση του χιούμορ. Με τους πολιτικά ορθούς ανθρώπους γίνεται το εξής, μοιάζει σαν όλοι να περνάνε καλά και τότε μπαίνει στο δωμάτιο η δυσκοίλια θεία ή ο δυσκοίλιος θείος και όλοι σταματούν να κινούνται πάνω-κάτω και να γελάνε πολύ και όλοι φέρονται πολύ ευγενικά και καθωσπρέπει, μέχρι η δυσκοίλια θεία ή ο δυσκοίλιος θείος φύγει από το δωμάτιο και συνεχιστεί η διασκέδαση. Το ερώτημα είναι, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές του καθενός στην αίσθηση του χιούμορ, θα ορίσουμε ως ρυθμιστές εκείνους που είναι πιο ευαίσθητοι, που αναστατώνονται πιο εύκολα;».

Ισως αυτός, μας λέει ο Τζον Κλιζ, είναι ένας από τους λόγους που δεν είναι βέβαιος εάν οι Monty Python θα είχαν σήμερα την ίδια υποδοχή και ανταπόκριση παρόλο που σκηνές από τα σκετς και τις ταινίες τους κάνουν θραύση στο YouTube. «Καταλαβαίνω ότι πολλοί από τη νεότερη γενιά πιστεύουν πολύ σε κάποιες από τις πιο ακραίες ιδέες της πολιτικής ορθότητας και πιθανόν να έβρισκαν πράγματα που θα τους προσέβαλλαν. Αλλά αυτοί θα βρουν πράγματα να τους προσβάλλουν οπουδήποτε», τονίζει. «Νομίζουν ότι το χιούμορ πληγώνει τους ανθρώπους. Κάποιοι από τους καλύτερους ανθρώπους που γνωρίζω μπορούν να γελάνε με τον εαυτό τους και αυτό είναι που μου αρέσει σε εκείνους. Δεν νομίζω ότι θα το έκαναν αυτό εάν τους πλήγωνε».

Απόφοιτος του Κέμπριτζ, ο Τζον Κλιζ έγινε αρχικά γνωστός με το «The Frost Report» στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και αργότερα δούλεψε ως σεναριογράφος και ηθοποιός σε διάφορες παραγωγές σε Αγγλία και Αμερική (εκεί γνώρισε τον Τέρι Γκίλιαμ και την πρώτη του γυναίκα, την ηθοποιό Κόνι Μπουθ). Κατάφερε όπως μας λέει να «αποδράσει» από μια καριέρα δικηγόρου και σταδιακά αφοσιώθηκε στην κωμωδία. «Εχω αποφασίσει τα τελευταία δέκα χρόνια ότι οι κωμικοί είναι πολύ πιο πολύτιμοι απ’ όσο νόμιζα προηγουμένως επειδή φέρνουν μια ισορροπία σε έναν κόσμο που πηγαίνει πολύ πολύ άσχημα», επισημαίνει.

Το 1969 ξεκίνησε το «Monty Python’s Flying Circus» στην τηλεόραση του πρωτοποριακού BBC με τα υπόλοιπα μέλη της παρέας: Γκράχαμ Τσάπμαν, Τέρι Γκίλιαμ, Ερικ Αϊντλ, Τέρι Τζόουνς και Μάικλ Πάλιν. Αργότερα ήρθε η κωμική σειρά «Fawlty Towers», που είναι πια κλασική, ενώ στα τέλη του ’80 ο Κλιζ έγραψε το σενάριο και έπαιξε στην ταινία «Ενα ψάρι που το έλεγαν Γουάντα». Οι Κλιζ και Τσάπμαν έγραψαν μαζί πολλά από τα διάσημα σκετς των Python και σε αντίθεση με αυτό που πιστεύει πολύς κόσμος ήταν μια δουλειά εξαντλητική. «Δουλεύαμε πολύ πολύ αργά και προσωπικά έτσι έκανα πάντα. Με τον Γκράχαμ θα γράφαμε περίπου 3,5 λεπτά καλού (σ.σ. τηλεοπτικού) διαλόγου καθημερινά. Μερικές φορές θα είχαμε μια μέρα ρεπό και την επομένη θα γράφαμε 7 λεπτά». 

Οταν η συζήτηση πάει στις επιρροές που δέχθηκαν οι Python μιλάμε για τη λεγόμενη «nonsense literature» του 19ου αιώνα και συγγραφείς όπως ο Λιούις Κάρολ με την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Ο Τζον Κλιζ μάς λέει ακόμη για τα ποιήματα του Εντουαρντ Λίαρ, τα μυθιστορήματα του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον και του Τζερόμ Κ. Τζερόμ με το βιβλίο «Τρεις άνδρες σε μια βάρκα» (1889), που ο πατέρας του έλεγε ότι ήταν το πιο αστείο που είχε διαβάσει. «Υπήρχε πάντα μια ροή κωμωδίας και λογοτεχνία του παραλόγου στη βρετανική ιστορία ακόμη και όταν η εποχή ήταν πιο βλοσυρή και αγέλαστη, όπως η βικτωριανή», σημειώνει.

Τα τελευταία χρόνια, ο Τζον Κλιζ γυρίζει τον κόσμο με τα σόλο σόου του και αν, όπως λέει αυτοσαρκαζόμενος, επιβιώσει τις επόμενες δύο εβδομάδες, θα έρθει για πρώτη φορά στο Ηρώδειο (20/9) με το «Last time to see me before I die», στο πλαίσιο της επετείου των 80 χρόνων λειτουργίας του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα. Εχει εικόνα του ελληνικού χιούμορ ή της κωμωδίας; «Οχι και τόσο φοβάμαι. Οι αρχαίες κωμωδίες σας, των 2.000 ετών, είναι γοητευτικές αλλά μου είναι δύσκολο να καταλάβω πόσο πολύ πραγματικά γελούσε ο κόσμος. Δεν ξέρω σύγχρονες ελληνικές κωμωδίες», μας λέει, αν και σε άλλο σημείο της συζήτησής μας αναφέρει ότι θα ετοιμάσει αστεία για τους Ελληνες, αρχαίους και νέους. «Το μόνο που μπορώ να πω τώρα είναι ότι υπάρχουν πολλοί στην οικογένειά μου που υπήρξαν ξεχωριστές προσωπικότητες στην ιστορία της χώρας σας. Ηταν ο Σοφοκλίζ, ο Περικλίζ και αυτός ο Κλιζ. Είμαι ο τελευταίος σε μια μεγάλη σειρά ξεχωριστών Ελλήνων “κωμικών”».

Το Brexit και το... τουίτ

Ο Τζον Κλιζ ήταν εξαρχής υπέρμαχος του Brexit και η γνώμη του δεν φαίνεται να έχει αλλάξει όταν τον ρωτάμε σχετικά. «Πιστεύω ότι θα επικρατήσει ένα χάος για κάποιο διάστημα, αλλά δεν νομίζω ότι θα επηρεάσει πολλούς ανθρώπους και μετά θα βρούμε έναν τρόπο να συνεργαζόμαστε. Νομίζω ότι μας αρέσουν οι Ευρωπαίοι και εμείς αρέσουμε σε εκείνους. Αυτό στο οποίο αντιδρούμε δεν είναι η σχέση μας με την Ευρώπη, αλλά με ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο το οποίο τώρα αλλάζει. Θα βρούμε ένα άλλο και σε λίγους μήνες ο κόσμος θα αναρωτιέται προς τι ο πανικός. Νομίζω πως η Ελλάδα είχε πολύ κακή αντιμετώπιση, που ήταν προς το συμφέρον των Γερμανών τραπεζιτών, οπότε δεν είμαι μεγάλος υποστηρικτής της Ευρωπαϊκής Ενωσης». Πριν από μερικούς μήνες, ένα νέο τουίτ του διάσημου κωμικού με το οποίο δήλωνε ότι το Λονδίνο δεν ήταν πια μια αγγλική πόλη προκάλεσε σάλο διαμαρτυριών και αρκετοί τον χαρακτήρισαν ξενοφοβικό. «Είναι αλήθεια, έχει γίνει πολύ κοσμοπολίτικο και δεν έχει υπάρχει μια αγγλική αίσθηση», μας λέει όταν τον ρωτάμε σχετικά, και προσθέτει ότι δεν είναι μόνο η δική του άποψη αλλά και πολλών φίλων του που επισκέπτονται το Λονδίνο από άλλες χώρες. «Ομως, αν το πεις αυτό σε θεωρούν ρατσιστή, που είναι τελείως ανόητο. Εγώ μιλάω για την αγγλική κουλτούρα. Υποστηρίζω τους ανθρώπους που έρχονται στο Λονδίνο και φέρνουν την κουλτούρα τους, αλλά θα ήθελα να το συνδυάσουν με ένα ενδιαφέρον και για τη “μητρική” κουλτούρα της χώρας που τους υποδέχεται. Εάν ερχόμουν να ζήσω στην Ελλάδα θα μάθαινα την ελληνική ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό. Είμαι υπέρ του κοσμοπολιτισμού, αλλά νομίζω ότι και η μητρική κουλτούρα δεν πρέπει να παραμελείται σε σημείο που να μην την αναγνωρίζουμε πια».

John Cleese at the Acropolis: «Last time to see me before I die», Ηρώδειο, 20 Σεπτεμβρίου, 9 μ.μ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ